Η γυναίκα, γνωστή με το ψευδώνυμο «Λούσι» για την προστασία της ταυτότητάς της, μίλησε στο ITV News και περιέγραψε ότι μια νύχτα ξύπνησε και διαπίστωσε πως άγνωστος άνδρας τη βίαζε, ενώ ο σύζυγός της βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο και, σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει, παρακολουθούσε χωρίς να αντιδράσει.
«Ξύπνησα και είδα έναν άγνωστο πάνω μου να με βιάζει, ενώ ο σύζυγός μου παρακολουθούσε», ανέφερε. Ο άνδρας απομακρύνθηκε αμέσως όταν εκείνη ξύπνησε, με τη γυναίκα να κλειδώνεται στη συνέχεια στο δωμάτιο των παιδιών της και να καλεί τον πατέρα της και την αστυνομία.
Η καταγγελία της
Ο σύζυγός της φέρεται να την νάρκωνε συστηματικά χωρίς να το γνωρίζει. Όπως υποστηρίζει, αρχικά χρησιμοποιούσε υπνωτικά φάρμακα και στη συνέχεια υγρό καθαρισμού αυτοκινήτου. Η ίδια περιγράφει ότι για χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρίς να γνωρίζει την πραγματική αιτία.
«Ξυπνούσα και ένιωθα πόνο σε διάφορα σημεία του σώματός μου. Αναρωτιόμουν γιατί ήμουν τόσο άρρωστη για χρόνια. Κοιτάζω παλιές φωτογραφίες και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως λέει, η κατάστασή της είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ, ώστε σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι ούτε να πιει νερό.
Ο άνδρας μετά την σύλληψη του φέρεται να παραδέχθηκε σε τηλεφωνικές συνομιλίες από τη φυλακή ότι είχε καλέσει επανειλημμένα άλλους άνδρες στο σπίτι τους, προκειμένου να κακοποιούν τη γυναίκα ενώ εκείνη βρισκόταν αναίσθητη.
«Αυτό έχει συμβεί άλλες οκτώ φορές. Δεν είναι η πρώτη φορά», φέρεται να της είπε.
Η «Λούσι» εκτιμά ότι τα περιστατικά μπορεί να ήταν πολύ περισσότερα, καθώς, όπως υποστηρίζει, μηνύματα και άλλα ψηφιακά ίχνη δείχνουν πως η κακοποίηση ενδέχεται να συνεχιζόταν για αρκετό καιρό. «Αν με νάρκωνε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα για έναν χρόνο και αυτό συνέβαινε για χρόνια, τότε οι άνδρες που εμπλέκονται μπορεί να είναι εκατοντάδες», ανέφερε.
Η γυναίκα ζητά τον εντοπισμό και άλλων δραστών
Παρά την καταδίκη του πρώην συζύγου της σε ποινή κάθειρξης 15 ετών, η γυναίκα επιμένει ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Ζητά να εντοπιστούν και τα υπόλοιπα άτομα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, συμμετείχαν στις επιθέσεις. Παράλληλα, εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν οι αρχές την έρευνα, αναφέροντας ότι δεν λήφθηκαν αποτυπώματα από το κρεβάτι όπου σημειώθηκαν τα περιστατικά, παρότι ήταν γνωστό πως είχε εισέλθει άγνωστος στο σπίτι.
Χρόνια αργότερα, όπως υποστηρίζει, εντοπίστηκε γενετικό υλικό που αντιστοιχεί σε περισσότερα από ένα άτομα, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν δείγματα DNA τα οποία δεν έχουν ταυτοποιηθεί μέχρι σήμερα.
«Κάθε μέρα περπατώ στον δρόμο και αναρωτιέμαι αν κάποιος από αυτούς βρίσκεται δίπλα μου. Αν κάποιος με κοιτάξει για λίγο παραπάνω, σκέφτομαι μήπως είναι ένας από αυτούς», είπε.
Η αστυνομική υπηρεσία που είχε αναλάβει την υπόθεση δηλώνει ότι οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί και συνεχίζονται με στόχο τον πιθανό εντοπισμό και άλλων εμπλεκομένων.

