Ο Μαγιάρ επανέλαβε ότι το Tisza δεν υποστηρίζει μια ταχεία ένταξη και τόνισε ότι «πρόκειται για μια χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, αποκλείεται η Ευρωπαϊκή Ένωση να δεχθεί μια χώρα σε πόλεμο». Στη δήλωσή του ανέφερε ως βασικό επιχείρημα ζητήματα ασφάλειας και νομικής αβεβαιότητας που, κατά την άποψή του, θα συνοδεύουν οποιαδήποτε διαδικασία προσχώρησης υπό συνθήκες σύγκρουσης. Η τοποθέτηση έχει άμεση σχέση με τις διεθνείς συζητήσεις για το καθεστώς της Ουκρανίας και αναμένεται να εισάγει πρόσθετα πολιτικά και νομικά ερωτήματα σε μελλοντικές συνομιλίες της Βουδαπέστης με ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Για την περίπτωση που τεθεί υπό συζήτηση η ένταξη, ο Μαγιάρ ανέφερε ότι στην Ουγγαρία «Εάν η Ουκρανία έπρεπε να ενταχθεί, θα διεξαγόταν ένα δημοψήφισμα στην Ουγγαρία», επισημαίνοντας τη σημασία της λαϊκής νομιμοποίησης για αποφάσεις εθνικής εμβέλειας. «Όμως, δεν πιστεύω πως αυτό θα γίνει στο εγγύς μέλλον, ούτε στα επόμενα δέκα χρόνια», πρόσθεσε, καθορίζοντας χρονοδιάγραμμα απομάκρυνσης της προοπτικής ένταξης από την αμεσότητα. Παράλληλα, ο ίδιος έθεσε ως προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση των διμερών σχέσεων με το Κίεβο την «αποκατάσταση των δικαιωμάτων της ουγγρικής μειονότητας» στην Ουκρανία, υπογραμμίζοντας ότι αυτό το ζήτημα θα ενταχθεί στην ατζέντα των διπλωματικών διεκδικήσεων. Η αναφορά στην προστασία μειονοτήτων τοποθετείται ως κεντρική παράμετρος που, σύμφωνα με τον Μαγιάρ, θα καθορίσει το πλαίσιο των μελλοντικών διαπραγματεύσεων.
Σε ερώτηση για επαφές με τη Μόσχα, ο Μαγιάρ δήλωσε ότι δεν θα τηλεφωνήσει στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, μια θέση που, όπως είπε, αντανακλά το δικό του σχεδιασμό για την εξωτερική πολιτική της Ουγγαρίας. Ταυτόχρονα επισήμανε ότι «είναι σαφές σε όλους πως η Ουκρανία είναι το θύμα στον πόλεμο», διατηρώντας αυτή την εκτίμηση παρά τις επιφυλάξεις του για την ένταξη.