Ο δικαστής Ντάριν Γκέιλς, στο έγγραφο απόφασης, έκρινε ότι ο Τραμπ δεν πληροί το νομικό όριο που απαιτείται ώστε μια υπόθεση δυσφήμησης να θεωρηθεί βάσιμη όταν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο. Στην απόφαση αναφέρεται επίσης ότι οι δημοσιογράφοι της Journal επικοινώνησαν με τον Τραμπ προκειμένου να λάβουν δήλωσή του και ότι η άρνησή του δημοσιοποιήθηκε, στοιχείο που, σύμφωνα με τον δικαστή, έδωσε στους αναγνώστες τη δυνατότητα να κρίνουν τα γεγονότα. Η απόρριψη δεν ήταν οριστική απαγόρευση: ο Γκέιλς έδωσε οδηγία ότι ο Τραμπ μπορεί να υποβάλει τροποποιημένη εκδοχή της μήνυσης έως την 27η Απριλίου.
Στο σκεπτικό της απόφασης ο δικαστής υπενθύμισε το υψηλό νομικό βάρος απόδειξης που απαιτείται σε υποθέσεις δυσφήμησης για δημόσια πρόσωπα, και ειδικότερα την ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο ισχυρισμός ήταν ψευδής και ότι το μέσο ή ο συντάκτης γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν αυτή την ψευδότητα. «Αυτή η μήνυση ούτε καν πλησιάζει αυτό το κριτήριο», έγραψε ο Γκέιλς, προσθέτοντας «Το αντίθετο». Ο δικαστής ανέλυσε επίσης διαδικαστικά στοιχεία του ρεπορτάζ, τις προσπάθειες επικοινωνίας με τον Τραμπ και την δημοσίευση της άρνησης, καθώς και την παρουσίαση των πηγών στο άρθρο της 17ης Ιουλίου 2025. Η απόφαση επικεντρώνει την αντιπαράθεση στη νομική έννοια του σκόπιμου ή αμελούς αποκλεισμού της αλήθειας και όχι αποκλειστικά στην ουσία του ισχυρισμού για την κάρτα του 2003.
Στη μήνυσή του ο Ρεπουμπλικανός επιχειρηματίας ζητούσε αποζημίωση ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, χαρακτηρίζοντας την ευχετήρια κάρτα «ψευδή» και υποστηρίζοντας ότι το δημοσίευμα προκάλεσε βλάβη στη φήμη και την υπόληψή του. Η Dow Jones, ιδιοκτήτρια της Wall Street Journal και θυγατρική της News Corp, υπερασπίστηκε την ακρίβεια του ρεπορτάζ στο αίτημα της να απορριφθεί η υπόθεση.