Οι ΗΠΑ άρχισαν να βομβαρδίζουν το Ιράν χωρίς να συμβουλευτούν την Ευρώπη. Στη συνέχεια, ο Ντόναλντ Τραμπ και η κυβέρνησή του προσπάθησαν να εκτρέψουν την ευθύνη για την παραπαίουσα εκστρατεία «Επική Οργή», ξεσπώντας στο ΝΑΤΟ και κατηγορώντας τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι αποφεύγουν τις ευθύνες της Συμμαχίας αρνούμενοι να προσφέρουν υποστήριξη.
Η κατηγορία αυτή δεν ισχύει. Το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο δεν επιβάλλει την υποχρέωση να υποστηρίξει έναν πόλεμο επιλογής και η Ευρώπη δεν διαθέτει κανένα ρεαλιστικό μέσο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ με τη βία. Ταυτόχρονα, όμως, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να παραμερίσει.
Η απάντηση της Ευρώπης στις ΗΠΑ για τον πόλεμο του Ιράν εμπλουτίζεται από τα μαθήματα που πήραν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι από την κρίση της Γροιλανδίας νωρίτερα μέσα στο έτος. Στην περίπτωση της αρκτικής νήσου, έπειτα από έναν χρόνο αποτυχημένων διευκολύνσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανακάλυψαν ότι η ενότητα και η αξιόπιστη πίεση θα μπορούσαν να μετατοπίσουν τον λογισμό της Ουάσιγκτον.
Κρίση Νο2
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης για τον πόλεμο στο Ιράν είναι η δεύτερη μεγάλη κρίση στη διατλαντική σχέση φέτος. Μόλις πριν από τρεις μήνες, ο Τραμπ απείλησε να «πάρει» τη Γροιλανδία. Αρχικά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρόσφεραν εκτεταμένες παραχωρήσεις, αλλά δεν κατάφεραν να πείσουν τον Αμερικανό πρόεδρο να μετριάσει τις αξιώσεις του. Σε απάντηση, για πρώτη φορά από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε τα προεδρικά καθήκοντά του, το 2025, οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής άρχισαν να συζητούν ότι θα πρέπει να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους.
Η κρίση με επίκεντρο τη Γροιλανδία αποκάλυψε τα όρια της ευρωπαϊκής μόχλευσης με την Ουάσιγκτον. Οι Ευρωπαίοι επικράτησαν μόνον όταν η συζήτηση μετατοπίστηκε προς τον κίνδυνο οικονομικής αντιπαράθεσης και όταν το εγχώριο κοινό των ΗΠΑ κατανόησε το διακύβευμα. Το μάθημα αυτό βοήθησε ώστε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να κρατήσουν κοινή γραμμή και απέναντι στην κρίση του Ιράν.
Η πιο δύσκολη φάση, όμως, βρίσκεται μπροστά μας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ενδέχεται να πειστούν ότι το αποτέλεσμα στο Ιράν δεν είναι δική τους ευθύνη να το διαμορφώσουν. Αντιθέτως, θα πρέπει να εμπλακούν, αλλά με τους δικούς τους όρους και «κόκκινες» γραμμές.
1 Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί πώς θα ανταποκριθεί η Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Στο αποκορύφωμα της κρίσης της Γροιλανδίας, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ χρησιμοποίησε τη Σύνοδο Κορυφής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός για να παροτρύνει τις μεσαίες δυνάμεις να διατηρήσουν μια τάξη βασισμένη σε κανόνες χωρίς τις ΗΠΑ. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες εκείνη την εποχή συμφωνούσαν εμφατικά.
Αυτές οι εκκλήσεις θα ηχήσουν «κούφια», ωστόσο, εάν η Ευρώπη αποτύχει να ενεργήσει σε αυτές τώρα. Στη Γροιλανδία, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι σχεδίασαν ουσιαστικά μία ενιαία «κόκκινη» γραμμή: την εδαφική ακεραιότητα. Στο Ιράν, πρέπει να αποδείξουν ότι η δέσμευσή τους στο διεθνές δίκαιο ισχύει πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης.
2 Οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι παρακολουθούν στενά. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αποστασιοποιηθούν από τον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό των ΗΠΑ στα μάτια του κοινού τους, αν θέλουν να διατηρήσουν την υποστήριξη στις αμυντικές προσπάθειες της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν οικοδομήσει εύθραυστη εγχώρια συναίνεση γύρω από τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Αυτή η συναίνεση βασίζεται σε ένα σαφές επιχείρημα: η Ευρώπη πρέπει να απαντήσει στη ρωσική επιθετικότητα και να αντισταθμίσει το αμερικανικό απρόβλεπτο.
Και αυτοί οι αμυντικοί πόροι θα χρειαστούν τώρα περισσότερο από ποτέ, καθώς το Πεντάγωνο εξετάζει το ενδεχόμενο να εκτρέψει στρατιωτικό εξοπλισμό που προορίζεται για την Ουκρανία στον πόλεμο του Ιράν, ακόμη και όταν το Κίεβο αντιμετωπίζει οξείες ελλείψεις σε κρίσιμα συστήματα όπως η αεράμυνα Patriot. Η Ευρώπη πρέπει να βρει τα χρήματα για να καλύψει αυτά τα κενά.
Οι στρατοί της Ευρώπης θα πρέπει τελικά να εμπλακούν στα Στενά του Ορμούζ. Οταν τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν, θα πρέπει να συμβάλουν στις προσπάθειες της ελεύθερης ναυσιπλοΐας για την προστασία των δικών τους ναυτιλιακών συμφερόντων. Παράλληλα, θα πρέπει να διαχωρίσουν προσεκτικά τις δικές τους αμυντικές προτεραιότητες και στόχους από εκείνους της αμερικανικής κυβέρνησης, τόσο στην ουσία όσο και στην αντίληψη. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να χάσουν τη δημόσια στήριξη από την οποία εξαρτάται τελικά ο επανεξοπλισμός τους.
3 Η Ευρώπη συχνά υποτιμά τις πολιτικές ελίτ των ΗΠΑ. Αυτό που οι Ευρωπαίοι παρουσίασαν στις πρόσφατες γεωπολιτικές κρίσεις ως «τακτικό ρεαλισμό» στην Ουάσιγκτον το «διαβάζουν» ως… συναίνεση. Η Ευρώπη θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι δεν είναι έτσι. Σε κάθε σχέση, μόλις διαβρωθεί ο σεβασμός, είναι δύσκολο να αποκατασταθεί.
Αυτό έχει σημασία γιατί ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα είναι ο τελευταίος που θα ασχοληθεί με τους Ευρωπαίους ηγέτες. Κάποια στιγμή, ο διάδοχος του Τραμπ θα θελήσει να διαπραγματευτεί μία νέα διατλαντική συμφωνία και δεν θα μοιάζει με αυτή που γνωρίζουν οι Ευρωπαίοι. Καθώς η παλιά «φρουρά» των υπερατλαντιστών εξασθενεί, η νέα συμμαχία θα είναι με έναν ξεχωριστό τρόπο… ενδιαφέρουσα: περισσότερο συμφεροντολογική και λιγότερο συναισθηματική.
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι που θα διαμορφώσουν αυτή τη συμφωνία -ανεξάρτητα από το αν ο επόμενος πρόεδρος είναι Ρεπουμπλικανός ή Δημοκρατικός- σχηματίζουν τώρα τις προσδοκίες τους για την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες εξακολουθούν να έχουν χρόνο να αναδιαμορφώσουν την εικόνα τους στην Ουάσιγκτον ως ένα οικονομικά και πολιτικά ισχυρό μπλοκ. Σε αυτό το πλαίσιο, επίσης, η απάντησή τους σε αυτόν τον πόλεμο έχει σημασία.
4 Η Ευρώπη δεν μπορεί να καθίσει έξω από τον πόλεμο στο Ιράν ούτε έξω από την επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος θα διαμορφώσει την ασφάλεια του ευρωπαϊκού μπλοκ, την οικονομία του και τη συνολική σχέση με τις ΗΠΑ, είτε εμπλέκεται είτε όχι. Το ερώτημα δεν είναι αν εμπλέκεται η Ευρώπη, αλλά πώς.

