Το διάταγμα της 25ης Μαρτίου προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι ένα μη κομματικό, ομοσπονδιακό εκλογικό όργανο θα τροποποιούσε την τυποποιημένη αίτηση εγγραφής ψηφοφόρων ώστε να απαιτείται η επίδειξη εγγράφου όπως διαβατήριο. Ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι θα «αξιολογούσαν» την υπηκοότητα ατόμων που λαμβάνουν κρατική βοήθεια πριν τους χορηγήσουν τα έντυπα εγγραφής.
Εναντίον του διατάγματος προσέφυγαν, μεταξύ άλλων, η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών, η Ένωση των Λατινοαμερικάνων Πολιτών και η Ένωση του Εκπαιδευτικού Ταμείου Γυναικών Ψηφοφόρων, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα αυτά θα αποθάρρυναν ή θα εμπόδιζαν πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις να εγγραφούν.
Η Κόλαρ-Κότλι ακύρωσε το συγκεκριμένο τμήμα κρίνοντας ότι υπερέβαινε τα όρια των ομοσπονδιακών αρμοδιοτήτων και θίγει την παραδοσιακή εξουσία εποπτείας των εκλογών που ανήκει στις Πολιτείες. Η ίδια αποδέχθηκε, όμως, ότι δεν θα μπλοκαριστεί από αυτή τη δικαστική απόφαση το τμήμα του διατάγματος που αφορά την απαγόρευση καταμέτρησης επιστολικών ψήφων που παραδίδονται μετά την ημέρα των εκλογών.