Παρότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «τυπικά» δεν θέλησε να σχολιάσει τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τα F-35, επεσήμανε ότι δεν μπορεί να είναι αποδεκτό το casus belli της Τουρκίας κατά συμμαχικής χώρας και να μη λαμβάνεται υπ’ όψιν το ζήτημα των θεμελιωδών αρχών της καλής γειτονίας.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι τέθηκε σε επίπεδο Συμμαχίας το ζήτημα του σεβασμού της κυριαρχίας κάθε κράτους-μέλους αποκτά ξεχωριστή σημασία, επειδή έγινε «εκτός έδρας». Υπενθυμίζεται ότι ακριβώς το ίδιο ζήτημα έγινε αιτία να βρεθεί εκτός του προγράμματος SAFE η Τουρκία. Οπως, άλλωστε, σχολίαζαν διπλωματικές πηγές την επομένη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, «η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκήσει βέτο, αλλά επιμένει στους όρους για την Τουρκία».
Και μπορεί η Αγκυρα να αναλώθηκε σε αμφιλεγόμενης αισθητικής επικοινωνιακά παιχνίδια, όπως με το «οθωμανικό εμβατήριο των γενιτσάρων» (το οποίο, όμως, στην πραγματικότητα ακούστηκε και κατά την υποδοχή και των άλλων ηγετών στο δείπνο και όχι μόνο του Ελληνα πρωθυπουργού), όμως η χώρα μας κάθε άλλα παρά βρέθηκε να παριστάνει τον «φτωχό συγγενή».
Τι είναι όμως το casus belli;
Η φράση casus belli προέρχεται από τη λατινική γλώσσα και σημαίνει «αιτία πολέμου». Στη διεθνή διπλωματία, χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν λόγο ή αφορμή που ένα κράτος θεωρεί τόσο σοβαρή, ώστε να δικαιολογεί την προσφυγή στον πόλεμο.
Λόγω δε της σοβαρότητας του όρου αυτού απαραίτητη κρίνεται η σχετική διακοίνωση («νόταμ») που θα πρέπει όμως να έχει προηγηθεί και επίσημα να έχει γνωστοποιηθεί η απαίτηση του προσβάλλοντος. Έτσι με τον όρο αυτό, που δεν αποτελεί ιδιαίτερο διπλωματικό έγγραφο, χαρακτηρίζεται συγκεκριμένη πράξη ως «απειλή».
Πολλές φορές όμως συμβαίνει αυτός ο όρος να χρησιμοποιείται μεν, χωρίς όμως νομική υπόσταση (κατά το προσβαλλόμενο κράτος), όπου και αναζητείται τότε είτε με συνομιλίες εξεύρεση λύσης, είτε σε αντίθετη περίπτωση με διαιτησία από Διεθνείς οργανισμούς.
Το casus belli στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων
Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το casus belli αφορά την απόφαση που έλαβε η τουρκική Βουλή το 1995, σύμφωνα με την οποία η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο, θεωρείται αιτία πολέμου. Δηλαδή, η Τουρκία δηλώνει ότι αν η Ελλάδα ασκήσει αυτό το δικαίωμα, που προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση του ΟΗΕ – UNCLOS), τότε θα αντιδράσει με στρατιωτικά μέσα, κοινώς θα μας κηρύξει τον πόλεμο. Αυτή η απειλή παραμένει σε ισχύ έως και σήμερα, δημιουργώντας μια διαρκή ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.
Η ελληνική θέση και το διεθνές δίκαιο
Από ελληνικής πλευράς, το casus belli αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των διεθνών κανόνων και των αρχών καλής γειτονίας. Η απειλή χρήσης βίας αντιβαίνει στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η Αθήνα υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια είναι κυριαρχικό και αναγνωρίζεται καθολικά από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η ελληνική πλευρά τονίζει ότι η Σύμβαση UNCLOS δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανοικτών θαλασσών και περικλείμενων πελαγών όσον αφορά το δικαίωμα επέκτασης. Επιπλέον, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει αυτή την επιλογή όποτε το κρίνει σκόπιμο, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλου κράτους.

