Η αλλαγή αυτή αναμένεται να ξεμπλοκάρει παγωμένα ευρωπαϊκά κονδύλια, αποκαθιστώντας μια πιο εποικοδομητική σχέση με την Ε.Ε. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση θα μειώσει σταδιακά την εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια και θα ευθυγραμμιστεί επιλεκτικά με τις Βρυξέλλες στο ζήτημα της Ουκρανίας, ενώ θα αντιμετωπίσει σημαντικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Πέτερ Μάγιαρ, εξασφάλισε μια καθοριστική νίκη στις βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου, νικώντας τον πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν με μια πλειοψηφία δύο τρίτων, που δίνει στη νέα κυβέρνηση τη δυνατότητα να τροποποιήσει το Σύνταγμα και να προχωρήσει σε εκτεταμένες θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Με την υποστήριξη ενός ιστορικά υψηλού ποσοστού συμμετοχής 79,5%, το κόμμα Tisza του Μάγιαρ συγκέντρωσε 53,6% των ψήφων και 138 από τις 199 έδρες, ενώ το Fidesz του Ορμπαν περιορίστηκε στο 37,9% και 55 έδρες. Στην ομιλία της νίκης του, ο Μάγιαρ -ένας κεντροδεξιός πρώην εσωτερικός του Fidesz που μετατράπηκε σε φιλοευρωπαίο μεταρρυθμιστή- δεσμεύτηκε να αποκαταστήσει την Ουγγαρία ως «ισχυρό σύμμαχο» σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ και να επαναφέρει το κράτος δικαίου στη χώρα. Οι αγορές αντέδρασαν θετικά στα αποτελέσματα, με το τοπικό νόμισμα φιορίνι να ενισχύεται και τα ουγγρικά ομόλογα και μετοχές να σημειώνουν άνοδο.
Η πλειοψηφία των δύο τρίτων θα ενισχύσει θεμελιωδώς την ικανότητα της νέας κυβέρνησης να αποδομήσει τη βαθιά ριζωμένη θεσμική και οικονομική επιρροή του Fidesz, καθώς και να επαναφέρει τις σχέσεις με την Ε.Ε. σε πολύ πιο σταθερή βάση. Μια απλή πλειοψηφία θα επέτρεπε μεν στο κόμμα Tisza να κυβερνήσει, αλλά θα άφηνε σε μεγάλο βαθμό άθικτο το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαπενταετία υπό το Fidesz. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Ορμπαν θα μπορούσε να επιλέξει να «περιμένει» τη λήξη της θητείας του Μάγιαρ, αποσυρόμενος προσωρινά στην αντιπολίτευση και ποντάροντας στην αδράνεια των θεσμών και στις εσωτερικές ιδεολογικές διαφορές μιας περιορισμένης κυβερνητικής συμμαχίας.
Παρόμοια δυναμική παρατηρείται σήμερα στην Πολωνία, όπου η φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση, χωρίς συνταγματική πλειοψηφία, δυσκολεύεται σημαντικά να αναιρέσει τις μεταρρυθμίσεις που είχε εφαρμόσει η ευρωσκεπτικιστική προκάτοχός της. Αντίθετα, η έκταση της νίκης του Tisza σηματοδοτεί ένα πραγματικό σημείο καμπής που ανοίγει τον δρόμο για δομικές, συστημικές μεταρρυθμίσεις και όχι απλώς για σταδιακές προσαρμογές. Η πλειοψηφία των δύο τρίτων στο Κοινοβούλιο θα επιτρέψει στη νέα κυβέρνηση να τροποποιήσει μονομερώς το Σύνταγμα, να αναμορφώσει το εκλογικό σύστημα και να ξαναγράψει τους «καρδιακούς νόμους» που είχαν θωρακίσει τον έλεγχο της εποχής Fidesz σε Δικαιοσύνη, ΜΜΕ και βασικούς εποπτικούς θεσμούς.
Η νέα κυβέρνηση θα μπορέσει να αντικαταστήσει ανώτατους αξιωματούχους που διορίστηκαν επί Ορμπαν, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Γενικού Εισαγγελέα και των επικεφαλής ρυθμιστικών Αρχών, αναδιαμορφώνοντας σταδιακά το θεσμικό τοπίο. Καθοριστικής σημασίας είναι ότι αυτή η ενισχυμένη εντολή θα βελτιώσει, επίσης, την ικανότητα της Βουδαπέστης να ανταποκριθεί στα κριτήρια κράτους δικαίου της Ε.Ε., ώστε να αποδεσμευτούν περίπου 18 δισ. ευρώ σε παγωμένα κονδύλια συνοχής και ανάκαμψης, μέσω μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη, μέτρων κατά της διαφθοράς και στενότερης συνεργασίας με τις Βρυξέλλες.
Η ανανέωση των εισροών ευρωπαϊκών κονδυλίων θα συμβάλει στην ανάκαμψη της ανάπτυξης, στην αποκατάσταση της προβλεψιμότητας της πολιτικής και στη μείωση των δημοσιονομικών πιέσεων. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει σημαντικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς που κληρονομεί από την προκάτοχό της, ενώ η ιδεολογική ποικιλομορφία της συμμαχίας θα μπορούσε με τον καιρό να δοκιμάσει τη συνοχή της. Το Tisza υποστηρίζει, επίσης, την εν τέλει υιοθέτηση του ευρώ ως άγκυρα νομισματικής σταθερότητας, αν και το χρονοδιάγραμμα αυτής της μετάβασης θα εξαρτηθεί από τη διατηρήσιμη δημοσιονομική εξυγίανση και τη σύγκλιση του πληθωρισμού.
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση θα κληρονομήσει μια επιδεινωμένη δημοσιονομική κατάσταση, η οποία επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τα προεκλογικά μέτρα τόνωσης του Ορμπαν, που περιελάμβαναν αυξημένες κοινωνικές δαπάνες, αυξήσεις συντάξεων, στεγαστικά προγράμματα, αυξήσεις μισθών και μέτρα στήριξης οικογενειών. Ως αποτέλεσμα, ο Μάγιαρ θα αντιμετωπίσει άμεση πίεση να προχωρήσει σε δημοσιονομική εξυγίανση, ώστε να αποφευχθεί περαιτέρω υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου υποβάθμισης σε κατηγορία κάτω από την επενδυτική βαθμίδα – κάτι που, ωστόσο, θα μπορούσε να διαβρώσει τη δημοτικότητα της νέας κυβέρνησής του.
Πάντως, οι βραχυπρόθεσμες σχέσεις με την Ουκρανία θα βελτιωθούν μόνο μέχρι ενός σημείου. Μια γρήγορη και ριζική ανατροπή στις σχέσεις της Βουδαπέστης με το Κίεβο παραμένει απίθανη, καθώς ο Μάγιαρ υιοθέτησε, επίσης, εθνικιστική ρητορική κατά την προεκλογική περίοδο, συμπεριλαμβανομένης της αντίθεσης στην αποστολή όπλων στην Ουκρανία και της πρότασης να τεθεί σε δημοψήφισμα οποιαδήποτε απόφαση για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ε.Ε. Ως εκ τούτου, η νέα κυβέρνηση πιθανότατα θα υιοθετήσει μια πιο πραγματιστική και συνεργατική στάση, διατηρώντας όμως ορισμένα στοιχεία του σκεπτικισμού του Ορμπαν.
Καθώς η νέα κυβέρνηση εξασφαλίζει πρώιμες πολιτικές επιτυχίες, αποκαθιστά την πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια και ενισχύει την εγχώρια εντολή της, είναι πιθανό να αναπροσαρμόσει σταδιακά τη δημόσια ρητορική και την πολιτική της στάση σχετικά με την Ουκρανία, επιτρέποντας στενότερη ευθυγράμμιση με την Ε.Ε. Η αλλαγή αυτή θα επιτρέψει στην Ουγγαρία να επαναπροσεγγίσει περιφερειακούς εταίρους, όπως η Πολωνία, και να μειώσει σταδιακά τη συνεργασία της με τη Ρωσία. Παράλληλα, οι σχέσεις με την Κίνα θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανέπαφες, λόγω της σημασίας τους για τις επενδύσεις και τις βιομηχανικές αλυσίδες εφοδιασμού, ακόμη και αν η Βουδαπέστη ευθυγραμμιστεί στενότερα με την ευρύτερη, πιο επιφυλακτική πολιτική της Ε.Ε. απέναντι στο Πεκίνο.

