Η τελευταία ταινία Toy Story περιστρέφεται γύρω από την οκτάχρονη Μπόνι (με τη φωνή της Σκάρλετ Σπίαρς). Της αρέσει να παίζει με την Τζέσι (Τζόαν Κιούζακ), τον Μπαζ Λάιτγιαρ (Τιμ Άλεν) και τα υπόλοιπα παιχνίδια της, αλλά είναι πολύ ντροπαλή και αδέξια για να κάνει φίλους από σάρκα και οστά. Παρά τις επιφυλάξεις τους, οι γονείς της καταφεύγουν στην αγορά ενός τάμπλετ που ονομάζεται Lilypad (Γκρέτα Λι), ώστε να μπορεί να συμμετέχει στα διαδικτυακά παιχνίδια που παίζουν τα κορίτσια στο μάθημα χορού της.
Αυτό αναστατώνει τα παιχνίδια, τα οποία φοβούνται ότι η ψηφιακή τεχνολογία τα έχει καταστήσει ξεπερασμένα. Είναι όμως πιο αγχωτικό για τους γονείς της Μπόνι, οι οποίοι φοβούνται ότι την εκθέτουν στον κίνδυνο της διαδικτυακής κακοποίησης, αλλά από την άλλη δεν θέλουν να είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένη. Πρόκειται για μια εκπληκτικά επίκαιρη πλοκή, μια σειρά από χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, έχουν λάβει μέτρα για τον περιορισμό της πρόσβασης στα social media για εφήβους και παιδιά. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, σερ Κιρ Στάρμερ, ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα απαγορευτούν για τους κάτω των 16 ετών στη χώρα από τον επόμενο Ιανουάριο, ακολουθώντας τα βήματα της Αυστραλίας, η οποία έγινε η πρώτη χώρα που θέσπισε μια τέτοια απαγόρευση πέρυσι.
Τα κινούμενα σχέδια της Pixar, τα οποία χρειάζονται αρκετά χρόνια για να γραφτούν και να παραχθούν, δεν φημίζονται για το ότι είναι τόσο επίκαιρα. Και όσοι έχουν παιδιά, ίσως νιώσουν πως το σενάριο τούς επιτίθεται προσωπικά. Σύμφωνα με το BBC, το Toy Story 5 είναι η πιο τραυματική ταινία τρόμου της χρονιάς – για τους γονείς, τουλάχιστον.
Το αγαπημένο θέμα της Pixar

Δεν πρόκειται για μια ριζική αλλαγή πορείας για την Pixar. Η αγωνία του να είσαι παιδί, και το να είσαι ένας ενήλικας που νοιάζεται για αυτό το παιδί, είναι το αγαπημένο θέμα του στούντιο. Είτε παρουσιάζουν έναν πατέρα που ανησυχεί για την πρώτη μέρα του γιου του στο σχολείο στο «Ψάχνοντας τον Νέμο», είτε ένα κορίτσι που κατακλύζεται από τη μετακόμισή του σε μια νέα πόλη στο «Τα Μυαλά που Κουβαλάς», πολλές από τις καλύτερες ταινίες της Pixar μοιάζουν σχεδιασμένες με ακρίβεια για να κάνουν τους γονείς να νιώθουν ένοχοι και ανεπαρκείς. Γι’ αυτό και έχουν μια καθηλωτική δύναμη που οι ανταγωνιστές τους δεν μπορούν καν να πλησιάσουν.
Αυτό που διαφέρει στο Toy Story 5 είναι ότι έχει καθημερινούς ανθρώπους ως κύριους χαρακτήρες. Οι περισσότερες ταινίες της Pixar χρησιμοποιούν μαγικές οντότητες ως υποκατάστατα των ταλαιπωρημένων γονιών (τα συναισθήματα στο «Τα Μυαλά που Κουβαλάς», τα παιχνίδια στα προηγούμενα Toy Story). Ή αλλιώς, απαλύνουν το συναισθηματικό πλήγμα έχοντας γονείς που είναι ψάρια (Ψάχνοντας τον Νέμο) ή υπερήρωες (Οι Απίθανοι).
Και συγκεκριμένα στη σειρά Toy Story, τα παιδιά τείνουν να είναι δευτερεύοντες χαρακτήρες που συνεχίζουν ανέμελα τη ζωή τους, ενώ τα παιχνίδια περνούν υπαρξιακές κρίσεις επειδή δεν παίζει πια κανείς μαζί τους. Παρεμπιπτόντως, υπάρχει άφθονο τέτοιο στοιχείο και στο Toy Story 5: είναι μάλλον καιρός η Τζέσι να σταματήσει να γκρινιάζει και να το ξεπεράσει.
Αλλά αυτό είναι το μόνο κινούμενο σχέδιο της Pixar που εστιάζει για τόσο πολύ χρόνο σε παιδιά που βιώνουν μια συντριπτική μοναξιά, ενώ οι γονείς τους απελπίζονται για το τι μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν. Η ατάκα-κλειδί έρχεται νωρίς, όταν η Μπόνι ρωτάει τους γονείς της: «Γιατί δεν θέλει κανείς να γίνει φίλος μου;»…
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Toy Story 5 είναι η καλύτερη ταινία της σειράς. Σε σύγκριση με την απαράμιλλη αρχική τριλογία, από τη νέα ταινία λείπουν τα ξεκαρδιστικά αστεία και οι εντυπωσιακές σκηνές δράσης, ενώ επιβαρύνεται από την πληθώρα χαρακτήρων και τις περιπλοκές της πλοκής: Μια ολόκληρη ιστορία, σχετικά με 50 πανομοιότυπα παιχνίδια Buzz Lightyear που ταξιδεύουν μαζί σε όλη τη χώρα, θα μπορούσε εύκολα να είχε αφαιρεθεί εντελώς στο μοντάζ.
Παρόλα αυτά, ίσως αποφασίστηκε ότι χωρίς κάποια δόση εξωτερικής ανοησίας, η οδύνη της Μπόνι θα ήταν υπερβολική για τους θεατές – για τους ενήλικες θεατές, δηλαδή. Αυτό που μας απομένει είναι μια συναρπαστική αποτυχία. Το Toy Story 5 είναι μια από τις πιο χαοτικές ταινίες της Pixar και δυσκολεύεται να καταδικάσει πλήρως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις ψηφιακές συσκευές.
Με τόσες εφαρμογές και βιντεοπαιχνίδια της Disney στην αγορά, ίσως οι σεναριογράφοι της να ήταν επιφυλακτικοί στο να φανούν υπερβολικά αρνητικοί. Επειδή όμως είναι τόσο ειλικρινής όσον αφορά τον πόνο και την ανασφάλεια των νέων ανθρώπων, θα μπορούσε να είναι η πιο προκλητική πρόταση του στούντιο μέχρι τώρα. Ίσως ήρθε η ώρα για την Pixar να αφήσει στην άκρη τις κούκλες, τις φιγούρες δράσης και άλλα παιδικά πράγματα, και να φτιάξει ένα κινούμενο σχέδιο αποκλειστικά για ανθρώπινα όντα.

