Κέρδη άνω του 1,4 δισ. ευρώ και δυνατότητα διανομών περίπου 4 δισ. ευρώ προς τους μετόχους βάζει στον ορίζοντα του 2030 η Alpha Bank, με το νέο στρατηγικό σχέδιο Alpha Accelerated.
Η διοίκηση επιδιώκει να αυξήσει τη χρηματοδότηση της οικονομίας, αλλά και να διευρύνει τις εργασίες της πέρα από τα δάνεια, αξιοποιώντας τις σχέσεις με επιχειρήσεις και ιδιώτες για την ανάπτυξη επενδυτικών, ασφαλιστικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Το σχέδιο, που παρουσιάστηκε στο Investor Day, προβλέπει προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων περίπου 16% το 2030 και μέση ετήσια αύξηση των κερδών ανά μετοχή περίπου 12%. Παράλληλα, το τακτικό μέρισμα σε μετρητά σχεδιάζεται να φτάσει στο 40% των κερδών έως το 2028.
«Έχουμε ήδη χτίσει μια ισχυρότερη Alpha Bank. Πλέον επικεντρωνόμαστε στην περαιτέρω ενίσχυση της εμπορικής μας θέσης και στην επιτάχυνση της επόμενης φάσης ανάπτυξης της Alpha Bank», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Βασίλης Ψάλτης.
Η στρατηγική οργανώνεται γύρω από δύο συμπληρωματικούς πυλώνες: το Universal Business Bank για τις επιχειρήσεις και το Wealth and Personal Banking για τους ιδιώτες. Κοινός στόχος είναι κάθε πελάτης να αποκτά πρόσβαση σε μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών της τράπεζας, μέσα από συντονισμένη εξυπηρέτηση και ένα ενιαίο σημείο επαφής.
Πού στηρίζεται η αύξηση των κερδών
Τα προσαρμοσμένα ετήσια κέρδη, μετά τις πληρωμές κουπονιών AT1, αναμένεται να ξεπεράσουν το 1,4 δισ. ευρώ το 2030, από περίπου 0,9 δισ. ευρώ το 2026. Τα αντίστοιχα κέρδη ανά μετοχή προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 0,41 ευρώ σε περίπου 0,63 ευρώ, πριν από οποιοδήποτε πρόσθετο όφελος από μελλοντικές επαναγορές ιδίων μετοχών.
Η αύξηση της κερδοφορίας είναι ταχύτερη στα πρώτα χρόνια του σχεδίου, με στόχο τα κέρδη ανά μετοχή να ξεπεράσουν τα 0,54 ευρώ το 2028.
Στα έσοδα, η Alpha Bank προβλέπει καθαρά έσοδα από τόκους άνω των 2,3 δισ. ευρώ το 2030, από περίπου 1,8 δισ. ευρώ το 2026. Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αναμένεται να προσεγγίσουν τα 850 εκατ. ευρώ, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 9%.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση σχεδιάζεται να κινηθεί κοντά στα 3 δισ. ευρώ ετησίως, χρηματοδοτούμενη σε μεγάλο βαθμό από καταθέσεις. Το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων, συμπεριλαμβανομένων των senior notes, προβλέπεται να ξεπεράσει τα 58 δισ. ευρώ το 2030, ενώ οι καταθέσεις αναμένεται να φτάσουν περίπου τα 68 δισ. ευρώ.
Η ανάπτυξη των εσόδων, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των δαπανών, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει τον δείκτη κόστους προς έσοδα περίπου στο 34%. Η απόδοση επί των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, ο δείκτης RoRWA, στοχεύεται περίπου στο 3,2%.
Μέρισμα και πρόσθετες επιστροφές κεφαλαίου
Το σχέδιο διακρίνει το τακτικό μέρισμα από την πρόσθετη δυνατότητα διανομών.
Για την περίοδο 2027–2030 προβλέπονται περίπου 2 δισ. ευρώ σε τακτικά μερίσματα σε μετρητά. Το ποσοστό διανομής τους θα αυξηθεί σταδιακά στο 40% των κερδών έως το 2028, από περίπου 28% το 2025.
Πρόσθετη δυνατότητα διανομών περίπου 2 δισ. ευρώ θα αξιολογείται σε ετήσια βάση. Οι επιστροφές μπορούν να πραγματοποιηθούν με μετρητά, επαναγορές ιδίων μετοχών ή συνδυασμό των δύο, ανάλογα με την αποτίμηση της μετοχής, τις συνθήκες της αγοράς και τις εναλλακτικές χρήσεις του κεφαλαίου.
Η Alpha Bank διατηρεί ευελιξία για τη χρηματοδότηση ταχύτερης οργανικής ανάπτυξης και επιλεκτικών εξαγορών. Κάθε συναλλαγή, όμως, θα πρέπει να διαφυλάσσει την πολιτική τακτικού μερίσματος, να προσφέρει καλύτερα οικονομικά χαρακτηριστικά από μια επαναγορά μετοχών και να ενισχύει τα κέρδη ανά μετοχή μέσα σε δύο έως τρία χρόνια.
Η τράπεζα δεν σκοπεύει να διατηρεί μόνιμο κεφαλαιακό απόθεμα για εξαγορές. Κεφάλαιο που δεν μπορεί να επενδυθεί με επαρκώς ελκυστική απόδοση προορίζεται να επιστρέφεται στους μετόχους.
Για το 2026, η εκτίμηση συνολικής διανομής παραμένει στο 55%, εκ των οποίων οι 30 ποσοστιαίες μονάδες αφορούν μετρητά. Όλες οι διανομές τελούν υπό τις απαιτούμενες εταιρικές και εποπτικές εγκρίσεις, την υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου και τις συνθήκες της αγοράς.
Περισσότερες υπηρεσίες στις επιχειρήσεις
Στην επιχειρηματική τραπεζική, το περιθώριο ανάπτυξης εντοπίζεται στην πληρέστερη αξιοποίηση των υφιστάμενων σχέσεων. Περίπου το 28% των πελατών χρηματοδοτήσεων της Alpha Bank χρησιμοποιεί σήμερα το πολύ ένα μη δανειακό προϊόν.
Μέσα από το Universal Business Bank, η χρηματοδότηση θα συνδυάζεται με πληρωμές, διαχείριση διαθεσίμων, factoring, leasing, υπηρεσίες συναλλάγματος και αντιστάθμισης κινδύνων, επενδυτική τραπεζική και πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.
Κάθε πελάτης προτεραιότητας θα διαθέτει έναν υπεύθυνο σχέσης, ο οποίος θα συντονίζει τις εξειδικευμένες ομάδες της τράπεζας. Ο στόχος έως το 2030 είναι να αυξηθούν έως και 30% τα μη δανειακά προϊόντα ανά μικρομεσαία ή μεγάλη επιχείρηση που διατηρεί δανειακή σχέση με την Alpha Bank.
Η AXIA ενισχύει τις δυνατότητες υποστήριξης εξαγορών, επενδύσεων και άντλησης κεφαλαίων. Η συγχώνευσή της με την Alpha Finance προβλέπεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, ενώ το σχέδιο επιδιώκει τον τριπλασιασμό του αριθμού των μεγάλων επιχειρήσεων που εξυπηρετεί.
Από την αποταμίευση στη διαχείριση περιουσίας
Ο δεύτερος πυλώνας απευθύνεται στους περίπου 3,7 εκατ. ιδιώτες πελάτες και συνδέει την καθημερινή τραπεζική με επενδύσεις, ασφάλιση και συνταξιοδοτικό σχεδιασμό.
Έως το τέλος του 2027, η εφαρμογή myAlpha σχεδιάζεται να προσφέρει δυνατότητα επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές, εισηγμένα εταιρικά ομόλογα και χαρτοφυλάκια υπό διαχείριση. Για τα τελευταία προβλέπεται πρόσβαση με αρχική επένδυση από 5.000 ευρώ.
Στη στεγαστική πίστη, η τράπεζα στοχεύει να μειώσει κατά ένα τρίτο τον χρόνο από την έγκριση έως την εκταμίευση μέχρι τα μέσα του 2027, με συγκεκριμένο σύμβουλο να παρακολουθεί τη διαδικασία για κάθε πελάτη.
Στο Private Banking, επιδίωξη είναι ο διπλασιασμός των συνολικών κεφαλαίων πελατών και ο υπερδιπλασιασμός των εσόδων σε περίπου 150 εκατ. ευρώ έως το 2030. Η Alpha Trust, η ενίσχυση των ομάδων στο Λονδίνο και στην Κύπρο και η νέα μονάδα στο Λουξεμβούργο, υπό την τελική εποπτική έγκριση, στηρίζουν τη διεύρυνση των υπηρεσιών.
Η διεθνής διάσταση της UniCredit
Η συνεργασία με τη UniCredit διευρύνει την πρόσβαση των πελατών της Alpha Bank σε 13 αγορές και ενισχύει τις δυνατότητες διεθνούς χρηματοδότησης και συναλλαγών.
Από το 2024, οι δύο τράπεζες έχουν ολοκληρώσει περισσότερες από 20 διεθνείς κοινοπρακτικές συναλλαγές, ενώ περίπου 100 ελληνικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τη UniCredit για υπηρεσίες χρηματοδότησης εμπορίου.
Στη διαχείριση περιουσίας, οι πελάτες της Alpha Bank διατηρούν 2,2 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια onemarkets της UniCredit. Παράλληλα, επιλεγμένα αμοιβαία κεφάλαια της Alpha Asset Management θα διατίθενται μέσω του δικτύου της ιταλικής τράπεζας.
Στην Κύπρο, η ενοποίηση με την AstroBank αναμένεται να ολοκληρωθεί στα μέσα Νοεμβρίου 2026, ενώ από το 2027 δρομολογούνται συνέργειες με ετήσια εξοικονόμηση κόστους άνω των 20 εκατ. ευρώ. Συνολικά, οι διεθνείς δραστηριότητες προβλέπεται να συνεισφέρουν περίπου το 18% των κερδών του Ομίλου έως το 2030.
Τεχνολογία 900 εκατ. ευρώ
Η υλοποίηση του σχεδίου συνοδεύεται από τεχνολογικές δαπάνες περίπου 900 εκατ. ευρώ την περίοδο 2027–2030, οι οποίες περιλαμβάνουν κεφαλαιουχικές επενδύσεις και λειτουργικά έξοδα.
Η Alpha Bank στοχεύει σε ταχύτερη ανάπτυξη προϊόντων και ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Οι σχετικές πρωτοβουλίες προβλέπεται να δημιουργούν περίπου 100 εκατ. ευρώ επαναλαμβανόμενης ετήσιας μικτής αξίας από το 2030, περίπου ισομερώς από νέα έσοδα και από οφέλη κόστους και παραγωγικότητας.
Έχουν ήδη εντοπιστεί περισσότερες από 100 περιπτώσεις χρήσης. Σε αυτές περιλαμβάνεται η προετοιμασία προσχεδίων πιστοδοτικών υπομνημάτων με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, με την αξιολόγηση και την τελική ευθύνη να παραμένουν στον αρμόδιο εργαζόμενο.
Περίπου το 30% των ρόλων εξυπηρέτησης πελατών σχεδιάζεται να μετατραπεί σε ρόλους υπευθύνων σχέσης έως το 2030. Δεν προβλέπεται πρόγραμμα μείωσης προσωπικού, ενώ θα συνεχιστούν προσλήψεις σε συμβουλευτικές υπηρεσίες, τεχνολογία και κυβερνοασφάλεια.
Οι δικλίδες του σχεδίου
Η στρατηγική προβλέπει δείκτη CET1 περίπου 13% το 2030, δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων περίπου 2% και κόστος κινδύνου περίπου 45 μονάδων βάσης. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας σχεδιάζεται να διατηρείται πάνω από το 160% σε όλη τη διάρκεια του πλάνου, ενώ οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αναμένεται να υποχωρήσουν κάτω από το 5% των κεφαλαίων CET1 έως το τέλος της περιόδου.
Οι προβλέψεις ενσωματώνουν σταδιακή επιβράδυνση της πραγματικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προς το 1,6% το 2030. Ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον θα δημιουργούσε πρόσθετα περιθώρια, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση του βασικού σχεδιασμού.
«Για την επόμενη περίοδο, η εστίασή μας είναι σαφής: υψηλότερη ποιότητα κερδοφορίας, πειθαρχημένη κατανομή κεφαλαίων, αύξηση των διανομών προς τους μετόχους και δημιουργία βιώσιμης αξίας για όλους», υπογράμμισε ο Βασίλης Ψάλτης.






















