Με βάση πρόσφατες έρευνες οι Έλληνες ηλικίας 16 έως 24 ετών χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη περισσότερο από κάθε άλλον νέο στην Ευρώπη, ωστόσο την καταλαβαίνουν λιγότερο από τους περισσότερους. Χρήση και γνώση αποδεικνύονται δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Σύμφωνα με τη Eurostat, μέσα στο 2025 το 83,5% των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών στην Ελλάδα χρησιμοποίησε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT. Κανένα άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει τόσο υψηλό ποσοστό. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ίδια ηλικία είναι 63,8%.
Αυτή θα μπορούσε να είναι καλή είδηση, μόνο αν δίπλα της δεν υπήρχε μια δεύτερη, από τη διεθνή έρευνα ICILS, την οποία επικαλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ετήσια έκθεσή της για την εκπαίδευση: το 60% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 14 ετών δεν φτάνει ούτε το βασικό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων. Στην υπόλοιπη Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 43%.
Ποια παιδιά μένουν πίσω
Το κενό αυτό δεν μοιράζεται στην τύχη. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι στην ΕΕ οι βασικές ψηφιακές δεξιότητες συνδέονται στενά με το μορφωτικό επίπεδο: τις διαθέτει το 82% όσων έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, αλλά μόλις το 38% όσων έχουν χαμηλή ή καμία. Η απόσταση ξεπερνά τις 40 ποσοστιαίες μονάδες.
Στην Ελλάδα η εικόνα έχει και σχολική διάσταση. Σύμφωνα με τον διαγωνισμό PISA του ΟΟΣΑ, όπως τον παραθέτει η ίδια έκθεση της Επιτροπής, μόλις 7 στους 100 μαθητές από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα φτάνουν σε υψηλές επιδόσεις σε κάποιον βασικό τομέα. Οι υψηλές επιδόσεις, δηλαδή, βγαίνουν κατά κανόνα από συγκεκριμένα σπίτια.
Συνολικά η χώρα βρίσκεται στην 22η θέση της ΕΕ στις ψηφιακές δεξιότητες ενηλίκων, με ποσοστό 51% έναντι 60,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο στόχος που έχει θέσει η Ένωση για το 2030 είναι 80%.
Η πίεση του χρόνου και η αγορά εργασίας
Κάποιος θα έλεγε ότι κάθε νέα τεχνολογία δημιούργησε τέτοιες ανισότητες και ότι με τον καιρό έκλεισαν. Το πρόβλημα εδώ είναι η ταχύτητα. Το World Economic Forum, στην έκθεσή του Future of Jobs για το 2025, υπολογίζει ότι έως το 2030 θα έχει μεταβληθεί σχεδόν το 40% των δεξιοτήτων που ζητούνται σε μια θέση εργασίας, και ότι 59 στους 100 εργαζόμενους θα χρειαστούν κάποια μορφή επανεκπαίδευσης. Τα παιδιά που σήμερα πηγαίνουν Γυμνάσιο θα βγουν στην αγορά εργασίας ακριβώς μέσα σε αυτή την πενταετία.
Όσα προλάβουν να μάθουν από νωρίς πώς δουλεύει αυτή η τεχνολογία, όχι απλώς πώς πατιέται ένα κουμπί, θα ξεκινήσουν με προβάδισμα. Και προς το παρόν, το αν θα προλάβουν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πορτοφόλι της οικογένειάς τους.
Τι έχει γίνει μέχρι στιγμής από την Πολιτεία
Κάποια βήματα έχουν γίνει. Τον Μάιο του 2026 δημοσιεύθηκε κοινή υπουργική απόφαση των υπουργείων Παιδείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ 2639/Β/12-5-2026), που βάζει για πρώτη φορά κανόνες στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία της δευτεροβάθμιας: απαγορεύει την αυτόματη βαθμολόγηση μαθητών από αλγόριθμο και τη δημιουργία ατομικών προφίλ, προβλέπει επιμόρφωση εκπαιδευτικών με έγκριση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και μία τουλάχιστον ενημερωτική δράση τον χρόνο για μαθητές και γονείς σε κάθε σχολείο. Τον Ιούλιο το υπουργείο Παιδείας ανέφερε και την αξιοποίηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στο Ψηφιακό Φροντιστήριο, μέσω της πλατφόρμας EduAI.
Είναι κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. Μάθημα όμως δεν υπάρχει ακόμη, και μέχρι να υπάρξει, όποια οικογένεια θέλει το παιδί της να μάθει ουσιαστικά, ψάχνει λύση εκτός σχολείου. Που σημαίνει, τις περισσότερες φορές, λύση επί πληρωμή.
Οι υποτροφίες που πάνε κόντρα στο ρεύμα
Μπροστά σε αυτό το κενό, το ενδιαφέρον στρέφεται αναπόφευκτα σε πρωτοβουλίες εκτός δημόσιας εκπαίδευσης. Μία από αυτές ξεκίνησε φέτος στην Αθήνα. Η AI Academy, μια ακαδημία τεχνητής νοημοσύνης για παιδιά από το προνήπιο μέχρι το λύκειο, με έδρα το Νέο Ηράκλειο, ανακοίνωσε πρόγραμμα υποτροφιών με στόχο το 25% των μαθητών της να φοιτά εντελώς δωρεάν. Τις πρώτες δέκα πλήρεις υποτροφίες τις καλύπτει η ίδια, ήδη από φέτος το φθινόπωρο.
Τα κριτήρια είναι οικονομικά και κοινωνικά: οικογενειακό εισόδημα έως 15.000 ευρώ, χωρίς ακίνητη περιουσία πέραν της πρώτης κατοικίας, ή πολύτεκνη οικογένεια. Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτό που δεν ζητείται: δεν χρειάζεται οποιαδήποτε προηγούμενη επαφή με την τεχνολογία, ούτε καλοί βαθμοί. Αν το σκεφτεί κανείς με το 7% της PISA στο μυαλό, η επιλογή βγάζει νόημα. Ένα πρόγραμμα υποτροφιών που θα ζητούσε αριστεία θα κατέληγε στα ίδια παιδιά που έχουν ήδη όλες τις ευκαιρίες.
Το 83,5% της Eurostat δεν πρόκειται να κατέβει· τα παιδιά δεν γυρίζουν πίσω. Το 60% όμως, αυτό της άγνοιας, μπορεί και να κατέβει. Αρκεί να μην εξαρτάται από το εισόδημα ποιος θα το ρίξει.






















