Ο καταγόμενος από τη Γουατεμάλα Ροδρίγο Ρέι Ρόσα είναι μία από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Αφορμή για τη συζήτησή μας αποτέλεσε η νουβέλα «Μυστική Φυλακή», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ενα έργο σκοτεινό και βαθιά αλληγορικό, όπου η γλώσσα γίνεται πεδίο μάχης και η απώλεια της σκέψης η βαθύτερη μορφή φυλακής.
Το βιβλίο σας ανοίγει με ένα απόσπασμα του Βιτγκενστάιν για τη σχέση σκέψης και γλώσσας. Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε με αυτόν τον φιλοσοφικό στοχασμό;
– Το βιβλίο του Βιτγκενστάιν το είχα διαβάσει περίπου δύο χρόνια προτού αρχίσω να γράφω τη «Μυστική Φυλακή». Οταν ξεκίνησα να σκέφτομαι την ιστορία, θυμήθηκα εκείνο το απόσπασμα και αισθάνθηκα πως με βοηθούσε να βρω τον δρόμο μου. Ηταν σημαντικό για μένα, διότι εξέφραζε όσα δεν ήθελα να εξηγήσω ευθέως μέσα στο ίδιο το κείμενο. Η ιδέα ότι η σκέψη χρειάζεται το χέρι -ότι η πράξη της γραφής αποτελεί μέρος της ίδιας της σκέψης- είναι κεντρική στη νουβέλα. Οταν άρχισα να τη γράφω, αυτή η φράση επέστρεψε στη μνήμη μου και συνδέθηκε οργανικά με την ιστορία.

Διαβάζοντας τη σκηνή με τους παπαγάλους που απαγγέλλουν ποίηση με μία και μοναδική φωνή, αναρωτήθηκα αν φοβάστε περισσότερο μια κοινωνία που σωπαίνει ή μια κοινωνία που μιλά με μία μόνο φωνή.
– Νομίζω πως, τελικά, τα δύο δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους. Μια κοινωνία που επαναλαμβάνουν όλοι τα ίδια είναι, στην ουσία, μια κοινωνία που δεν μπορεί πραγματικά να μιλήσει. Βέβαια, για την εξουσία αυτό είναι ιδανικό. Εκείνο που τη δυσκολεύει είναι η διαφωνία και η πολυφωνία. Είτε, λοιπόν, μια κοινωνία στερείται το δικαίωμα να μιλήσει είτε υποχρεώνεται να λέει συνεχώς το ίδιο πράγμα, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο. Για να σκεφτούμε χρειαζόμαστε λέξεις, χρειαζόμαστε γλώσσα. Αν κάποιος αναγκάζεται να επαναλαμβάνει μόνο μία λέξη ή μία συλλαβή, δεν μπορεί πλέον να σκεφτεί. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τους παπαγάλους στο βιβλίο. Μοιάζουν να μιλούν, όμως στην πραγματικότητα επαναλαμβάνουν μηχανικά μία μόνο συλλαβή. Δεν υπάρχει σκέψη πίσω από τα λόγια τους. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στους ανθρώπους. Οταν επαναλαμβάνουν διαρκώς συνθήματα ή φράσεις χωρίς να κατανοούν το νόημά τους, η γλώσσα αδειάζει από περιεχόμενο και παύει να υπηρετεί τη σκέψη. Ουσιαστικά, αυτή είναι η ιστορία που αφηγείται το βιβλίο.
Καθώς διάβαζα το βιβλίο, ένιωθα ότι ο ήρωας δεν προσπαθεί τόσο να αποδράσει όσο να θυμηθεί. Σαν η μνήμη να είναι η τελευταία περιοχή που δεν έχει κατακτήσει η εξουσία. Είναι τελικά η μνήμη η πιο βαθιά μορφή αντίστασης;
– Ναι, το πιστεύω. Ο ήρωας είναι μια τραγική μορφή. Ξέρει ότι θα πεθάνει, αλλά διατηρεί κάτι πολύ σημαντικό: τη συνείδησή του, την επίγνωση του τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτή είναι η δική του νίκη. Δεν έμεινε τυφλός απέναντι στην πραγματικότητα. Οι άλλοι δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει, ακολουθούν σαν πρόβατα. Εκείνος, όμως, θυμάται. Γι’ αυτό η μνήμη γίνεται η μορφή της αντίστασής του απέναντι σε όσα συμβαίνουν. Το ίδιο ισχύει και για την πράξη της γραφής. Γράφοντας την ιστορία του, βάζει τέλος στο πείραμα. Η ίδια η γραφή γίνεται μια πράξη αντίστασης, γιατί με αυτήν καταστρέφει τη φυλακή.
Οι άνθρωποι στη «Μυστική Φυλακή» είναι δεμένοι σε δέντρα, στη ζούγκλα. Κι όμως πολλές φορές ένιωσα ότι οι αλυσίδες τους δεν βρίσκονται μόνο στα πόδια τους, αλλά και μέσα τους. Για εσάς, πού βρίσκεται η πραγματική φυλακή του βιβλίου;
– Η φυλακή βρίσκεται στα πόδια τους, αλλά και στο μυαλό τους. Νομίζω ότι η πιο βαθιά φυλακή είναι αυτή που έχουμε μέσα μας. Ζούμε σε φυλακές που δημιουργούνται από την παιδεία, την προπαγάνδα και τον κόσμο γύρω μας.
Το έργο σας συνομιλεί διαρκώς με την έννοια της εξουσίας. Οχι, όμως, μιας εξουσίας που φωνάζει ή επιβάλλεται θεαματικά, αλλά μιας εξουσίας που παρακολουθεί, καταγράφει και περιμένει. Πόσο κοντά βρίσκεται αυτή η εικόνα στη σύγχρονη πραγματικότητα;
– Φοβάμαι πως βρίσκεται πολύ κοντά. Παρόλο που αυτό το βιβλίο γράφτηκε πριν από σαράντα χρόνια, αυτή είναι ίσως η πιο κοντινή εικόνα στη σημερινή μορφή της εξουσίας.
Διαβάζοντας τη «Μυστική Φυλακή», πολλές φορές αναρωτήθηκα αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα πολιτικό ή βαθιά υπαρξιακό. Οταν το γράφατε, σας απασχολούσε περισσότερο η Ιστορία ή η ανθρώπινη φύση;
– Οχι, δεν θα το έθετα έτσι. Η αλήθεια είναι ότι όταν έγραφα αυτό το βιβλίο στη Γουατεμάλα, δεν μπορούσες να μιλήσεις ελεύθερα για όλα τα πράγματα. Ηταν μια περίοδος πολέμου. Γι’ αυτό επέλεξα τη φανταστική μορφή, τη μυθοπλασία, ως έναν τρόπο να πω αυτά που ήθελα να πω.
Μετά την τελευταία σελίδα, έμεινα να σκέφτομαι ότι η «Μυστική Φυλακή» ίσως δεν είναι ένας τόπος, αλλά μια δυνατότητα που υπάρχει μέσα σε κάθε κοινωνία και ίσως μέσα σε κάθε άνθρωπο. Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία μόνο φράση ποια είναι η μυστική φυλακή του καιρού μας, ποια θα ήταν αυτή;
– Το μυαλό μας είναι η φυλακή μας, νομίζω. Ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν «Φυλακή από Δέντρα». Στην ελληνική έκδοση, σε συμφωνία με τον εκδότη, επιλέξαμε τον τίτλο «Μυστική φυλακή». Μου αρέσει περισσότερο, γιατί υποδηλώνει ότι η φυλακή βρίσκεται και μέσα μας. Το μυαλό μοιάζει με ένα δέντρο: έχει ρίζες, κλαδιά, διακλαδώσεις. Και ίσως γι’ αυτό εκεί βρίσκεται πάντα το πιο σημαντικό πεδίο μάχης.
