Ξεκίνησε σήμερα η επεξεργασία του σχεδίου νόμου με τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού» στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων.
Η υπουργός, μιλώντας επί της Αρχής του νομοσχεδίου, ανέφερε ότι η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία εντάσσεται στον γενικότερο σχεδιασμό του υπουργείου για τη θεσμική θωράκιση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της σύγχρονης καλλιτεχνικής λειτουργίας. Η εκτελεστική εξουσία, σημείωσε η κ. Μενδώνη «οφείλει όταν βλέπει να διογκώνονται θέματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν, να τα αντιμετωπίζει».
Βασικός στόχος του νομοσχεδίου, είπε η υπουργός, είναι η δημιουργία «ενός καινούριου, καινοτόμου θεσμικού πλαισίου στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται πρωτίστως η προστασία της Τέχνης, αλλά και όσων εμπλέκονται με αυτήν (καλλιτέχνες, φορείς, συλλέκτες κ.λπ.)». Επισήμανε, πως παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της Τέχνης και της καλλιτεχνικής έκφρασης έως σήμερα, δεν υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη νομοθετικό κείμενο που να αφορά ειδικώς την προστασία της Τέχνης και τις παραβατικές συμπεριφορές γύρω από αυτήν, όπως είναι η πλαστογραφία και η απάτη έργου Τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, σε αντίθεση με την πολιτιστική κληρονομία που προστατεύεται σχεδόν εκ της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους.
Η υπουργός υπογράμμισε πως ένα στοιχείο που εισάγεται στο νομοσχέδιο είναι η κάλυψη του κενού που υπήρχε στην επιβολή ποινής σε παραβατικές δραστηριότητες στον χώρο της Τέχνης, «καθώς μέχρι σήμερα αυτές αντιμετωπίζονται με γενικές διατάξεις περί πλαστογραφίας και απάτης του Ποινικού Κώδικα, ρυθμίσεις όμως που δεν καλύπτουν την ποικιλομορφία και τις ιδιαιτερότητες των καλλιτεχνικών πλαστογραφιών και αφετέρου προβλέπουν την επιβολή ποινής μόνο εφόσον υπάρξει συναλλαγή».
Τα τελευταία χρόνια, παρατήρησε η κ. Μενδώνη, η παραβατικότητα στον χώρο της Τέχνης έχει ενταθεί λόγω διαφόρων παραγόντων. Θύματα της απάτης και της πλαστογραφίας είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης ή οι δικαιούχοι του, ο αγοραστής, ο ιδιώτης, ο δημόσιος φορέας, ο επαγγελματίας της Τέχνης, αλλά και το ίδιο το έργο και γενικά το σύνολο της αγοράς Τέχνης. Η εμπειρία έχει καταδείξει ότι για ορισμένους για παράδειγμα εμπορικούς ζωγράφους τα πλαστά έργα που κυκλοφορούν είναι ενδεχομένως περισσότερα από τα γνήσια, ενώ η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον παγκόσμιων εγκληματικών οργανώσεων. Η αποτελεσματικότητα καταστολής αυτών των αδικημάτων, τόνισε η υπουργός «αποτελεί μια πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπίσουμε» όπως και οι «ανησυχητικές διαστάσεις των φαινομένων της φθοράς και του βανδαλισμού των έργων Τέχνης, που θίγουν τα δικαιώματα της ελευθερίας της Τέχνης και συνακόλουθα της έκφρασης» θυμίζοντας τον πρόσφατο βανδαλισμό στην Εθνική Πινακοθήκη χαρακτηρίζοντάς τον «μαύρη κηλίδα στην Ιστορία των Τεχνών στην Ελλάδα».
Στο πλαίσιο αυτό της πάταξης της πλαστογραφίας και της απάτης έργων Τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, ανέφερε η κ. Μενδώνη «με το νομοσχέδιο στοχεύουμε στην εισαγωγή ενός νέου Ποινικού αδικήματος». Πρόκειται «για μια κρίσιμη πολιτική επιλογή για την προστασία των θυμάτων και της αγοράς αλλά και για την διαφύλαξη της ακεραιότητας της ίδιας της Τέχνης» και πρόσθεσε πως αυτή «κινείται σε ορισμένους βασικούς πυλώνες που αποτελούν καινοτομία στη θεσμική προστασία της Τέχνης καθιστώντας την Ελλάδα μια από τις πρώτες χώρες διεθνώς που αναλαμβάνει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία» Οι διατάξεις αυτές, επισήμανε, «είναι διατυπωμένες έτσι ώστε να καταλαμβάνουν την προστασία όλων των μέσων της Τέχνης συμπεριλαμβανομένου τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης που είναι πιθανόν να εμφανιστούν στο μέλλον» ακόμη και «τις πιο σύγχρονες ηλεκτρονικές καλλιτεχνικές πλαστογραφήσεις που παρά τις πιστοποιήσει NFD εντούτοις πλαστογραφούνται». Οι ποινικές αυτές διατάξεις διαμορφώθηκαν μετά από πολύμηνη συνεργασία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και «καλύπτουν όλα τα στάδια παραγωγής και διακίνησης και το αδίκημα πλέον δεν εξαρτάται από την ταυτοποίηση μιας συναλλαγής αλλά καθιστά το ίδιο το έργο Τέχνης ή το συλλεκτικό αντικείμενο στο επίκεντρο του συστήματος προστασίας και γίνεται το έδαφος για την ποινικοποίηση της πλαστογραφίας ή της απάτης, άρα δεν εξομοιώνεται με εμπόρευμα».
Για την πρόβλεψη σύστασης του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων με αποκλειστικό και μόνο έργο την διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, η υπουργός είπε ότι «θα στελεχώνεται από Ιστορικούς Τέχνης και Συντηρητές οι οποίοι θα εξετάζονται και θα υφίστανται ειδική εκπαίδευση από Επιτροπή που θα ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ενώ προβλέπεται και η θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας με υποχρεώσεις και συνέπειες» και σημείωσε ότι σήμερα μόνο η Εθνική Πινακοθήκη σχεδόν καθημερινά κατακλύζεται από εκατοντάδες έργα που είναι προϊόντα πλαστογραφίας.
Για τις διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορούν την σύσταση του Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης στο Υπουργείο Πολιτισμού, ανέφερε ότι «βεβαία και μπορεί να παρεμβαίνει και συμπληρώνει τον Οργανισμό ως Αυτοτελές Τμήμα και ακολουθείται, όπως για όλους του Οργανισμούς η ίδια διαδικασία της έκδοσης Προεδρικών Διαταγμάτων, που υπάρχει ήδη και θα συμπληρωθεί»
Σχετικά με το άρθρο του Β’ Κεφαλαίου του νομοσχεδίου που αφορά τους ιστορικούς κινηματογράφους, η υπουργός διευκρίνισε πως το Υπουργείο Πολιτισμού μπορεί να χαρακτηρίζει ως μνημείο το κτήριο εντός του οποίου στεγάζεται και λειτουργεί ένας κινηματογράφος. Η καταλληλότητα της χρήσης ενός κτηρίου για κινηματογράφο ήταν και εξακολουθεί να παραμένει αρμοδιότητας του υπουργείου Περιβάλλοντος.
Η κ. Μενδώνη, απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για το άρθρο 16 του νομοσχεδίου που έρχεται να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του Ν. 5062/2023 για τη διαδικασία επιλογής οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού, είπε πως «δεν είναι κακό να δοκιμάζεις μια νομοθετική ρύθμιση και, όταν διαπιστώσεις ότι αυτή παρουσιάζει προβλήματα στην εφαρμογή της, να έχεις το θάρρος να την διορθώσεις». Εμείς, πρόσθεσε «δεν έχουμε ιδεοληψίες. Από τη στιγμή που η γενική ρύθμιση σε ορισμένους πολιτιστικούς οργανισμούς, που έχουν ιδιαιτερότητες, δεν λειτούργησε όπως αναμέναμε, ερχόμαστε και καθιερώνουμε έναν άλλο τρόπο» και αποσαφήνισε ότι «δεν διορίζει διοικήσεις -όπως ειπώθηκε από βουλευτές της αντιπολίτευσης- ο υπουργός αλλά δημιουργεί μια άλλη Επιτροπή με πρόσωπα που μετείχαν στην Επιτροπή της προηγούμενης διάταξης».

