Στο «Νύχτες με την Κάλλη», εκδόσεις Μεταίχμιο, του Γιώργου Συμπάρδη, τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται: ούτε μια συνάντηση ούτε μια γυναίκα ούτε μια ιστορία. Ενας συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με την ηρωίδα του, μια γυναίκα που δεν αποκαλύπτεται, μόνο υπαινίσσεται.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
Η Κάλλη είναι γοητεία και απόσταση μαζί, ένα πρόσωπο που σε πλησιάζει μόνο για να σε κρατήσει μακριά. Τέσσερις νύχτες, λίγα ποτήρια, πολλές σιωπές και μια σχέση που ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στην επιθυμία και την αυταπάτη. Γιατί κάποιες ιστορίες δεν λέγονται για να αποκαλυφθούν, αλλά για να σε παγιδεύσουν μέσα τους.
Στο βιβλίο σας, ο συγγραφέας συναντά την ίδια του την ηρωίδα. Είναι αυτή μια πράξη ελέγχου ή μια παράδοση στο απρόβλεπτο της μυθοπλασίας;
Διαβάζουμε πράγματι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι ο αφηγητής είναι ένας συγγραφέας ο οποίος συναντά την ηρωίδα του. Ομως ο αφηγητής της ιστορίας είναι και αυτός ένα λογοτεχνικό πρόσωπο – πρόσωπο το οποίο δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με τον συγγραφέα του βιβλίου. Για να το πω αλλιώς, αν και έχουμε μερικά κοινά χαρακτηριστικά, ακόμα και το ίδιο όνομα, ο ήρωας της νουβέλας είναι «ένας άλλος Γιώργος». Τυχαίο το συναπάντημά του στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του με την Κάλλη, τη γυναίκα που τον γοητεύει, απρόβλεπτη και η γνωριμία τους, ενώ, όπως θα φανεί αργότερα, εκείνος τίποτα δεν είναι σε θέση να ελέγξει. Η Κάλλη αναλαμβάνει τελικά την πρωτοβουλία των νυχτερινών συναντήσεών τους, όπως επίσης η Κάλλη είναι εκείνη που, αρνούμενη να του δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου της, θέτει και τα όρια της σχέσης τους.
Η Κάλλη δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως· μοιάζει να διαφεύγει ακόμη και όταν βρίσκεται μπροστά μας. Είναι τελικά μια γυναίκα που υπάρχει ή μια επινόηση που επιμένει να γίνεται αληθινή;
Η Κάλλη είναι μία γυναίκα που δεν ξέρεις από πού να την πιάσεις, μία γυναίκα που δύσκολα προσεγγίζεται και που αφήνει τον αφηγητή «ξεκρέμαστο». Η οποία αρέσει σε άντρες και γυναίκες και την οποία παλαιότερα διεκδίκησε ένας κατά πολύ νεότερός της άντρας, ενώ στον παροντικό χρόνο της νουβέλας και της αφήγησης τη διεκδικεί, κατά κάποιον τρόπο, μία εικοσιπεντάχρονη κοπέλα. Τέλος, μία γυναίκα που δεν πολιορκεί, αλλά την πολιορκούν, κι έχει αποφύγει τον γάμο.

Οι νύχτες των συναντήσεων ανάμεσα στον αφηγητή και την Κάλλη, εμποτισμένες με ποτό, σιωπές και μισοειπωμένες αλήθειες, θυμίζουν μια αργή μονομαχία. Ποιος εκτίθεται τελικά περισσότερο: εκείνος που αφηγείται ή εκείνη που παραμένει αίνιγμα;
Αίνιγμα θα έλεγα ότι παραμένει και ο αφηγητής. Οταν η Κάλλη παρομοιάζει τον γάμο με παγίδα και τον ρωτάει αν είναι παντρεμένος ή ανύπαντρος, εκείνος αποφεύγει να απαντήσει. Στη συνέχεια δηλώνει ότι είναι μεταφραστής επιστημονικών εγχειριδίων – δεν της αποκαλύπτει την πραγματική, τη συγγραφική του ιδιότητα. Και κάτι ακόμα: Αρνείται να ομολογήσει ποια ήταν η κατάληξη της σχέσης του με την ακατάδεκτη ξαδέλφη των εφηβικών του χρόνων. Θα έλεγα, ως εκ τούτου, ότι και οι δύο ήρωες εκτίθενται και «αποκαλύπτονται» τόσο όσο και σχεδόν εξίσου. Ο ένας απέναντι στον άλλον εννοώ, όχι απέναντι στον αναγνώστη. Κι αυτό γιατί ο αναγνώστης εν τέλει αντιλαμβάνεται ή και μαντεύει πολύ περισσότερα.
Η πόλη, με τη ζέστη, τα μπαλκόνια και τις κρυφές ματιές, λειτουργεί σχεδόν σαν τρίτος πρωταγωνιστής. Είναι η αστική μοναξιά αυτή που γεννά την επιθυμία ή αυτή που τη διαβρώνει;
Χρόνος της αφήγησης ο μήνας Αύγουστος, όταν η πόλη ερημώνει, και τόπος τα Πετράλωνα, μία τυπική, μικροαστική και, σε σύγκριση με τις άλλες, μάλλον αραιοκατοικημένη συνοικία της Αθήνας, όπου ζω τα τελευταία είκοσι χρόνια. Πρόκειται για ένα σκηνικό που φιλοξενεί στο προσκήνιο και κάνει πιο ευδιάκριτα όχι μόνον τα πρόσωπα που έχουν μείνει πίσω και το κατοικούν, αλλά και τις επιθυμίες τους.
Αν η Κάλλη μπορούσε να πάρει τον λόγο από τον αφηγητή, ποια αλήθεια πιστεύετε ότι θα διεκδικούσε να ειπωθεί διαφορετικά;
Σε μια δική μου αφήγηση η Κάλλη, λόγω χαρακτήρα, δεν θα διεκδικούσε να μάθει. Ενδεχομένως θα έκανε και άλλες ερωτήσεις, ελπίζοντας ότι θα πάρει κάποιες επιπλέον απαντήσεις. Υστερα θα μας μιλούσε για το πώς «βλέπει» εκείνη τον Γιώργο και στο τέλος θα έβγαζε τα δικά της αβέβαια συμπεράσματα. Ομως μέχρι εκεί, τίποτα περισσότερο.
ΤΟ WHO IS WHO ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε το 1945 στην Ελευσίνα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και σκηνοθεσία κινηματογράφου σε Αθήνα και Λονδίνο. Εκανε την εμφάνισή του στα γράμματα με τη νουβέλα «Μέντιουμ» το 1987, η οποία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Ακολούθησε το μυθιστόρημα «Ο άχρηστος Δημήτρης», το 1998, το οποίο είχε εξίσου θερμή υποδοχή από κοινό και κριτικούς. Το 2012 το μυθιστόρημά του «Υπόσχεση γάμου» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) και με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Το 2013 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη. Το 2015 κυκλοφόρησε η νουβέλα του «Μεγάλες γυναίκες». Τα «Αδέλφια» είναι το πέμπτο πεζογραφικό του έργο, το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος 2019 από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης».


