Το παγκόσμιο κλιματικό φαινόμενο χαρακτηρίζεται από την ασυνήθιστη θέρμανση των επιφανειακών υδάτων στον κεντρικό και ανατολικό τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό, με τα ζεστά νερά να μετατοπίζονται προς τα ανατολικά, ανοιχτά του Περού και του Ισημερινού. Η συγκεκριμένη ωκεάνια μεταβολή πυροδοτεί αλυσιδωτές ατμοσφαιρικές ανακατατάξεις, καθώς ο αεροχείμαρρος τείνει να ακολουθεί μια πιο βόρεια πορεία. Αυτό το γεγονός επιτρέπει σε πιο ήπιες και υγρές αέριες μάζες από τον Ατλαντικό Ωκεανό να επηρεάζουν συχνότερα τη νότια Ευρώπη και τη λεκάνη της Μεσογείου.
Αναλύοντας τη φύση και τη συμπεριφορά του φαινομένου, ο διδάκτωρ Μετεωρολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μιχάλης Σιούτας, τόνισε αρχικά ότι «ο καιρός δεν γνωρίζει σύνορα» και εξήγησε ότι το Ελ Νίνιο, το οποίο μεταφράζεται ως «το βρέφος» του Ειρηνικού, έλαβε το όνομά του από τους ψαράδες του Περού, οι οποίοι παρατηρούσαν την εμφάνισή του –συνήθως- κοντά στην περίοδο των Χριστουγέννων, συνδέοντάς το με τη γέννηση του Θείου Βρέφους. Σύμφωνα με τον δρ Σιούτα, το φαινόμενο «γεννιέται» κάθε δύο έως επτά χρόνια χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, διαρκεί από εννέα έως 18 μήνες και προκαλεί θέρμανση των νερών που μπορεί να φτάσει τους 1 έως 3 βαθμούς Κελσίου πάνω από το φυσιολογικό, επηρεάζοντας συχνά τον πλανήτη με «αλλοπρόσαλλο» καιρό, μεταβάλλοντας τις βροχοπτώσεις και τις θερμοκρασίες.

Η επίδραση του Ελ Νίνιο στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, καθώς η επιρροή του εξασθενεί μέχρι να φτάσει στη Μεσόγειο και αλληλεπιδρά με άλλους τοπικούς ατμοσφαιρικούς μηχανισμούς, με αποτέλεσμα να μην εκδηλώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Σε δηλώσεις του στον «Ε.Τ.», ο έμπειρος μετεωρολόγος σημείωσε ότι «στην παρούσα φάση, το Ελ Νίνιο αναπτύσσεται, στη συνέχεια θα κορυφωθεί και στο τέλος θα εξασθενήσει», συμπληρώνοντας ωστόσο ότι «κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πόσο έντονο θα είναι», ενώ συνήθως επηρεάζει τη Μεσόγειο με καθυστέρηση μίας εβδομάδας. Οπως είπε, οι επιπτώσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στην Ελλάδα εξαρτώνται άμεσα από την ένταση του φαινομένου.
Ενα μέτριο Ελ Νίνιο τείνει να ευνοήσει ένα πιο άστατο καλοκαίρι, με περισσότερες καταιγίδες κυρίως στα ηπειρωτικά ορεινά, εναλλαγές περιόδων ζέστης και δροσιάς, καθώς και πιθανές τοπικές χαλαζοπτώσεις και έντονες μπόρες. Αντίθετα, ένα ισχυρό Ελ Νίνιο ευνοεί ένα σαφώς πιο θερμό και ξηρό καλοκαίρι, το οποίο χαρακτηρίζεται από παρατεταμένες περιόδους ζέστης και καύσωνα, μειωμένες βροχοπτώσεις και αυξημένο κίνδυνο ξηρασίας και πυρκαγιών. Στον αντίποδα, κατά τους χειμερινούς μήνες, το Ελ Νίνιο συμβάλλει στη γενική άνοδο της μέσης θερμοκρασίας. Επίσης, τείνουν να είναι πιο ήπιοι και υγροί, με αυξημένες βροχοπτώσεις κυρίως στη Δυτική Ελλάδα και στο Αιγαίο (ιδιαίτερα την περίοδο Δεκέμβριος – Φεβρουάριος), γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για πλημμυρικά επεισόδια, ενώ μειώνεται η πιθανότητα για έντονο ψύχος και χιονιάδες.
ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Παράλληλα, ο δρ Σιούτας ξεκαθάρισε τη σχέση του Ελ Νίνιο με τη σύγχρονη περιβαλλοντική πραγματικότητα, αναφέροντας ότι «το φαινόμενο προϋπήρχε και δεν σχετίζεται με την κλιματική κρίση». Παρ’ όλα αυτά, επισήμανε ότι διεξάγονται μελέτες για το αν η κλιματική κρίση επηρεάζει τη συχνότητα και την έντασή του, καθώς υπάρχουν σχετικές ενδείξεις. Υπενθύμισε ότι το πιο ισχυρό Ελ Νίνιο καταγράφηκε την περίοδο 2015-2016, ενώ το πιο πρόσφατο σημειώθηκε τη διετία 2023-2024, οδηγώντας στον μεγάλο καύσωνα του 2023 -όπου το Γύθειο κατέγραψε την ιστορική θερμοκρασία των 46,5 βαθμών Κελσίου- αλλά και στον παρατεταμένο καύσωνα δύο εβδομάδων του 2024. Καταλήγοντας, ο διδάκτωρ Μετεωρολογίας ξεκαθάρισε ότι το Ελ Νίνιο είναι ένας σημαντικός, αλλά όχι ο μοναδικός παράγοντας διαμόρφωσης του καιρού στην Ευρώπη.
Ελ Νίνιο: ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ
-Το φαινόμενο «γεννιέται» κάθε δύο έως επτά χρόνια χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα
– Συνήθως επηρεάζει τη Μεσόγειο με καθυστέρηση μίας εβδομάδας
-Διαρκεί από εννέα έως 18 μήνες και προκαλεί θέρμανση των νερών που μπορεί να φτάσει τους 1 έως 3 βαθμούς Κελσίου πάνω από το φυσιολογικό
-Ενα μέτριο Ελ Νίνιο τείνει να ευνοήσει ένα πιο άστατο καλοκαίρι, με περισσότερες καταιγίδες κυρίως στα ηπειρωτικά ορεινά, εναλλαγές περιόδων ζέστης και δροσιάς, καθώς και πιθανές τοπικές χαλαζοπτώσεις

