Η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα αναδεικνύονται ως οι περιοχές με τη μεγαλύτερη πιθανότητα χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, σύμφωνα με πανελλαδικό μοντέλο που προέκυψε από πρόσφατη επιστημονική μελέτη.
Μάλιστα, ο κίνδυνος παρουσιάζει σαφή εποχικότητα, με κορυφώσεις στις αρχές της άνοιξης και το φθινόπωρο, αποτυπώνοντας ένα φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικο-οικολογικές συνθήκες της υπαίθρου.
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, τον ΟΦΥΠΕΚΑ και την Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης, ανέλυσε 915 περιστατικά δηλητηρίασης την περίοδο 2014–2024, καταγράφοντας 1.620 νεκρά ζώα και 2.295 δηλητηριασμένα δολώματα. Σχεδόν τα 2/3 των περιστατικών (ποσοστό 64,1%) καταγράφηκαν σε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Τα περιστατικά μοντελοποιήθηκαν σε κάνναβο πέντε χιλιομέτρων, με αρνητικά διωνυμικά μοντέλα που αξιολόγησαν παράγοντες όπως η προσβασιμότητα, οι συγκρούσεις ανθρώπου–άγριας ζωής, το καθεστώς προστασίας και οι κλιματικές συνθήκες.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων δεν είναι τυχαία. Ο κίνδυνος αυξάνεται σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα οδικού δικτύου, όπου η πρόσβαση των δραστών είναι ευκολότερη, ενώ μειώνεται εντός περιοχών Natura 2000, αν και αυξάνεται κοντά στα όριά τους, δημιουργώντας ένα χαρακτηριστικό «φαινόμενο συνοριακής γραμμής». Στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, η συσχέτιση με την πίεση κυνηγιού είναι πολύ ισχυρότερη σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα, γεγονός που αναδεικνύει τις ιδιαίτερες κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής.
Καθοριστικό ρόλο στην ανίχνευση των περιστατικών έχουν οι ειδικές ομάδες σκύλων, οι οποίες εντόπισαν διασπαρμένα δολώματα στο 20,7% των περιπτώσεων, έναντι μόλις 3,8% στις αναφορές χωρίς σκύλους. Στις τελευταίες, στο 73,5% των περιστατικών δεν βρέθηκε κανένα δόλωμα, παρά μόνο νεκρά ζώα, γεγονός που αποδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να εντοπιστεί η παράνομη δραστηριότητα χωρίς εξειδικευμένη έρευνα.

Παρά τη μεγάλη συχνότητα περιστατικών στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, η σοβαρότητα ανά περιστατικό είναι χαμηλότερη σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα, καθώς καταγράφονται λιγότεροι θάνατοι ζώων ανά συμβάν. Ωστόσο, οι χάρτες σταθμισμένης σοβαρότητας που παρήγαγε η μελέτη (η οποία χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα BalkanDetox LIFE) επαναξιολογούν ορισμένες περιοχές της Πίνδου και άλλων ορεινών ζωνών ως υψηλής προτεραιότητας, λόγω της μεγάλης επίπτωσης σε απειλούμενα είδη, όπως οι γύπες.
Μιλώντας στον «Ε.Τ.» η περιβαλλοντολόγος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας και μέλος της ερευνητικής ομάδας, Βικτωρία Σαράβια–Μούλιν, τονίζει ότι τα υψηλά νούμερα στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα δεν πρέπει να παρερμηνεύονται: «Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι τα νούμερα είναι ανεβασμένα σε Κρήτη και Δωδεκάνησα επειδή εκεί γίνεται σοβαρή και συστηματική δουλειά σε ό,τι αφορά την έρευνα για δολώματα. Και όπως είναι γνωστό: όποιος ψάχνει, βρίσκει». Σύμφωνα με την ίδια, η χωρικά καθορισμένη χαρτογράφηση κινδύνου έχει αναδειχθεί ως απαραίτητη συμπληρωματική προσέγγιση. Προσφέρει μια μέθοδο προτεραιοποίησης των περιορισμένων πόρων περιπολίας και πρόληψης προς περιοχές και χρονικές περιόδους όπου οι παράνομες δραστηριότητες είναι πιο πιθανό να συμβούν.

Στο πλαίσιο μιας κοινωνικο-οικολογικής προσέγγισης, ο καταγεγραμμένος κίνδυνος δηλητηρίασης αντικατοπτρίζει τόσο την εκδήλωση της παράνομης πράξης όσο και την πιθανότητα εντοπισμού της. «Στην Ευρώπη, η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια έχουν ταυτοποιηθεί επανειλημμένα ως σημαντικά θερμά σημεία δηλητηρίασης. Η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερα σχετική περίπτωση, καθώς τα περιστατικά επηρεάζουν πτωματοφάγους και άλλη άγρια ζωή τόσο στην ηπειρωτική χώρα όσο και στα νησιά», προσθέτει.













![Νέες ταινίες: Μάλκοβιτς στα καλύτερά του, αποκάλυψη ο Φέρτσμαν [trailer]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/04/cinema-1024x683-1-300x200-jpg.webp)









