Το περίφημο «μαξιλάρι» των διαθεσίμων είναι αποτέλεσμα συνετών δημοσιονομικών επιλογών της τελευταίας δεκαετίας. Η δημιουργία του ξεκίνησε ουσιαστικά στο τέλος των Μνημονίων, το 2018, όταν η χώρα ολοκλήρωσε το πρόγραμμα στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Τότε, σε συνεννόηση της κυβέρνησης και των ευρωπαϊκών θεσμών, αποφασίστηκε να σχηματιστεί ένα ταμειακό απόθεμα ασφαλείας που θα εξασφάλιζε την ομαλή έξοδο στις αγορές και θα λειτουργούσε ως «ασπίδα» σε ενδεχόμενες αναταράξεις. Για αυτόν τον σκοπό, από το υπόλοιπο του δανείου των 86 δισ. ευρώ, που πήρε η Ελλάδα κατά το τρίτο Μνημόνιο, ένα ποσό ύψους 15,7 δισ. ευρώ δόθηκε για να μπορεί η Ελλάδα να καλύπτει τις ανάγκες της, αν δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές.
Δεσμευμένα
Τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου στην Τράπεζα της Ελλάδος και παραμένουν δεσμευμένα, διαθέσιμα μόνο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Από αυτά έχουν απομείνει περίπου 10,697 δισ. ευρώ μετά τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων, καθώς με την άδεια του ESM χρησιμοποιήθηκαν κεφάλαια και από αυτήν τη «δεξαμενή» ρευστότητας.
Στο «μαξιλάρι» περιλαμβάνονται 1,145 δισ. ευρώ από ειδικά δικαιώματα ανάληψης (SDR) που παρέχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και κεφάλαια που αντλήθηκαν από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Το 2025, η χώρα έλαβε 3,1 δισ. ευρώ, δάνεια και επιχορηγήσεις, από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα οποία ενσωματώθηκαν στο ταμειακό απόθεμα, προσφέροντας πρόσθετη ασφάλεια στις δημόσιες χρηματοδοτικές ανάγκες. Ετσι, τα πραγματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, μαζί με αυτά που διατηρεί διαχρονικά ο Κρατικός Προϋπολογισμός, ανέρχονται σε 24 δισ. ευρώ.
Σημαντικό τμήμα του «μαξιλαριού», περίπου 20,9 δισ. ευρώ, προέρχεται από τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της γενικής κυβέρνησης, όπως ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία και Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αυτά τα κεφάλαια τοποθετούνται μέσω συμφωνιών επαναγοράς (repos) – βραχυπρόθεσμων δανείων του κράτους από τους ίδιους τους φορείς, με ανταπόδοση τόκων. Η πρακτική αυτή, αν και αυξάνει προσωρινά τη ρευστότητα του Δημοσίου, απαιτεί συνεχή διαχείριση, καθώς αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, από τα 20,4 δισ. ευρώ των φορέων περίπου 14,5 δισ. ευρώ βρίσκονται «παρκαρισμένα» στον λογαριασμό της Τραπέζης της Ελλάδος και δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε repos, ενώ 6,4 δισ. ευρώ παραμένουν εκτός ΤτΕ.
Η σταδιακή αύξηση του αποθέματος οφείλεται, επίσης, στη δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών και τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που καταγράφηκαν από το 2017 και μετά. Αυτά έδωσαν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να καλύπτει τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους (τόκοι) χωρίς συνεχή δανεισμό, διατηρώντας τα έσοδα του Προϋπολογισμού σε επίπεδο που επέτρεψε την ενίσχυση του ταμειακού αποθέματος.
Πάγια θέση
Η θέση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών είναι ότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται σταθερά με υψηλούς ρυθμούς. Οχι μόνο για να είναι συμβατή η χώρα με τις υποχρεώσεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων αλλά γιατί η μεγαλύτερη ανάγκη βρίσκεται στο ότι το χρέος πρέπει να μειωθεί σημαντικά για να μειωθεί και ο λεγόμενος «κίνδυνος της χώρας», ο οποίος μεγαλώνει σε περιόδους έντονων διεθνών διακυμάνσεων, όπως αυτές που περνάμε τα τελευταία χρόνια. Ο κίνδυνος αυτός γίνεται μεγαλύτερος όταν βρισκόμαστε στο κάτω μέρος του οικονομικού κύκλου, όταν δηλαδή ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται, μηδενίζεται ή ακόμη γίνεται αρνητικός. Σε ένα ακραίο σενάριο, κατά το οποίο θα είχαμε μία νέα κρίση χρέους στην Ε.Ε., λόγω κυρίως των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ενωσης, οι συνέπειες θα ήταν ασύμμετρες. Οι χώρες οι οποίες έχουν υψηλό ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ, με πρώτη την Ελλάδα και στη συνέχεια την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, θα είχαν αυτόματα ακριβότερο δανεισμό, χωρίς, όμως, απαραίτητα να διατρέχουν οι ίδιες κάποιο συγκεκριμένο δημοσιονομικό κίνδυνο. Οσο, όμως, τα επιτόκια θα αυξάνονταν τόσο ο κίνδυνος για την αποπληρωμή του χρέους θα μεγάλωνε. Τελικά, θα βρισκόμασταν να αντιμετωπίζουμε πρόβλημα, εκεί όπου δεν υπήρχε, μόνο από το γεγονός ότι το ελληνικό χρέος παραμένει το αναλογικά υψηλότερο εντός της Ε.Ε.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το ελληνικό χρέος θα πρέπει να συνεχίσει να μειώνεται με ρυθμό πολύ υψηλότερο από αυτόν άλλων χωρών της Ε.Ε. Σε αυτήν την κατεύθυνση, από πέρυσι έχει ανακοινωθεί, διά στόματος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη, ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μειωθεί στο 119% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029, από 138,2% του ΑΕΠ που αναμένεται να φτάσει στο τέλος του 2026. Με άλλα λόγια, το χρέος θα πρέπει να μειωθεί την τριετία 2027-2029, κατά 19,2% του ΑΕΠ, δηλαδή να έχει μια μέση ετήσια μείωση της τάξης του 6,5% του ΑΕΠ.
ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ
Αλλαγή σκηνικού από το 2027 και μετά
Από το 2027 και μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, οι εισροές κοινοτικών πόρων προς την Ελλάδα θα περιοριστούν στα χρήματα που εισπράττει η χώρα από το ΕΣΠΑ και τις αγροτικές επιδοτήσεις. Οι επενδύσεις, μετά την αύξηση κατά 10,4% που επίκειται για φέτος, αναμένεται να υποχωρήσουν σε μια μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 4-4,5%. Συνεπώς, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα αρχίσει να επιβραδύνεται.
Μάλιστα, με βάση τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, οι αναθεωρημένες προβλέψεις για την ανάπτυξη είναι 2,4% για το 2026, 1,7% για το 2027, 1,6% για το 2028 και 1,3% για το 2029. Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται στα σημερινά δεδομένα, χωρίς να υπολογίζονται τυχόν νέα μέτρα, τα οποία μπορεί να αυξήσουν την ανάπτυξη.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει από φέτος κοντά στο 2% και να μείνει σταθερός τα επόμενα χρόνια. Αρα, θα μειωθεί και το ονομαστικό ΑΕΠ (δηλαδή το πραγματικό ΑΕΠ συν τον πληθωρισμό), το οποίο παίζει ρόλο στη μείωση του χρέους. Επίσης, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται ότι φέτος θα είναι 2,8% του ΑΕΠ και στη συνέχεια θα υποχωρήσει οριακά και θα παραμείνει σταθερό στο 2,7% του ΑΕΠ μέχρι και το 2029. Τούτο, με δεδομένο ότι το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε στο 4,8% του ΑΕΠ, ενώ και το 2025, παρά την πρόβλεψη για πλεόνασμα στο 3,7% του ΑΕΠ, αναμένεται να ξεπεράσει για δεύτερη χρονιά το 4% του ΑΕΠ. Συνεπώς και η πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος δείχνει ότι το συγκεκριμένο μέγεθος θα βοηθάει λιγότερο στη μείωση του χρέους τα επόμενα χρόνια.
Τα επόμενα χρόνια, όταν ο ρυθμός μείωσης του χρέους θα πέσει κάτω από το -περίπου- 8,5% του ΑΕΠ που είναι σήμερα, η χρήση των διαθεσίμων για πρόωρη αποπληρωμή παλιού και «ακριβού» χρέους θα αποτελέσει βασική στρατηγική, ώστε το χρέος να συνεχίζει να μειώνεται με υψηλούς ετήσιους ρυθμούς.

![Πιερρακάκης: Έρχονται νέες φοροελαφρύνσεις στη ΔΕΘ 2026 – Τι είπε για τη Γροιλανδία [Βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2025/11/pierrakakis3-150x150-jpg.webp)