Η ερμηνεύτρια είπε ότι πήρε ένα κασετόφωνο, έβαλε το τραγούδι να παίζει «τέρμα δυνατά» μέσα στο νεκροταφείο και το άκουσε για πρώτη φορά έξω από στούντιο, περιγράφοντας την εμπειρία με απλότητα και λεπτομέρεια. «Με κοιτούσαν οι χήρες περίεργα, αλλά δεν με ένοιαξε καθόλου», είπε. Ανέφερε ότι ένιωσε μια ειδική σύνδεση εκείνη τη στιγμή.
Στην ίδια συνέντευξη η Τσανακλίδου εξιστόρησε το χρονικό που οδήγησε στη δημιουργία του τραγουδιού και στο δίσκο που κυκλοφόρησε το 1998. Αφηγήθηκε ότι το 1986 επιχείρησε να μετακομίσει στην Αμερική για σπουδές και για να γίνει και πάλι μαθητής, καθώς είχε ήδη καταφέρει μια αξιοπρεπή καριέρα στην Ελλάδα. «Ήμουν πολύ γνωστή, έβγαζα χρήματα, κάτι όμως δεν μου άρεσε, αισθανόμουν ότι βούλιαζα», είπε, προσθέτοντας ότι πήγε στο Λος Άντζελες όπου ζούσαν τα αδέρφια της, έδωσε εξετάσεις σε μεγάλη σχολή και συγκλονίστηκε από την αποδοχή. «Ήταν συγκλονιστικό που με δέχτηκαν», είπε. «Ήθελα να γίνω ξανά μαθήτρια», πρόσθεσε, και περιέγραψε πως «σηκώθηκα και πήγα στην Αμερική, στο Λος Άντζελες που ζούσαν τα αδέρφια μου». Ωστόσο, η διάγνωση της μητέρας της με «έναν πολύ επιθετικό καρκίνο» ανέτρεψε τα σχέδια: «οι γιατροί δεν της έδιναν πάνω από έξι μήνες ζωής, οπότε είπα άστα τα μεγάλα σχέδια, γύρνα να είσαι στη μάνα σου».
Σχετικά με τη γέννηση του τραγουδιού, η Τσανακλίδου περιέγραψε τη συνεργασία με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου. Είπε ότι μετά το θάνατο της μητέρας της συμφώνησαν «να κάνουμε μία δουλειά μαζί» και ότι εκείνη δεν ήθελε αρχικά να βγάλει δίσκο, αλλά απλώς «να πει στη μαμά μου όσα δεν της είπα όσο ζούσε». Η Λίνα Νικολακοπούλου, όπως ανέφερε, έγραψε το τραγούδι το ίδιο βράδυ και μόλις το τραγούδησε, εκείνη πήρε το κασετόφωνο και πήγε στο μνήμα, όπου άκουσε για πρώτη φορά την ηχογράφηση εκτός στούντιο. «Εγώ ένιωσα τότε μία σύνδεση, εκείνη δεν ξέρω», είπε, και ανέδειξε τη λεπτομέρεια της κίνησης: το κασετόφωνο, η ένταση, οι αντιδράσεις των παρευρισκομένων και η προσωπική σύνδεση με το τραγούδι.
Η Τσανακλίδου, μιλώντας επίσης για την επίδραση στην πορεία της, τόνισε ότι αν είχε φύγει στην Αμερική «δεν θα υπήρχε το ‘Μαμά γερνάω’, που το θεωρώ από τους σημαντικότερους δίσκους στην καριέρα μου». Πρόσθεσε ότι από την επιλογή να μείνει προέκυψε μια δημιουργική πορεία που οδήγησε στην κυκλοφορία του δίσκου το 1998 και υπογράμμισε πως «πάντα κάτι χάνουμε και κάτι κερδίζουμε. Υπάρχει ένα αντιστάθμισμα γι’ αυτό να μην μαυρίζει η ψυχή μας όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως το θέλουμε». Η απόφαση να μην μετακομίσει τελικά στην Αμερική, όπως είπε, επηρέασε την πορεία της και τη μουσική της ταυτότητα. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στον δίσκο του 1998.