Πριν από λίγες εβδομάδες, παρουσιάσατε το νέο βιβλίο σας με τίτλο «Απαγωγή». Ποια υπόθεση «κρύβεται» πίσω από την εν λόγω ιστορία;
Είναι μια ιστορία που γεννήθηκε μέσα από πραγματικά γεγονότα, από μια πολύχρονη έρευνα που με σημάδεψε βαθιά. Είναι η συμπύκνωση μιας εμπειρίας που βίωσα στα πρώτα βήματα της εκπομπής, τότε που για πρώτη φορά ήρθα τηλεοπτικά αντιμέτωπη με το οργανωμένο έγκλημα και τους μηχανισμούς του. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν αληθινά συναισθήματα και πληγές που δεν έχουν κλείσει. Ανθρωποι που έζησαν την απώλεια, τον φόβο, που δεν ξέχασαν, που δεν σταμάτησαν να ζητούν απαντήσεις. Αυτά τα πρόσωπα έγιναν για εμένα οδηγός σε αυτήν την ανηφορική, δύσβατη διαδρομή. Αυτές οι μορφές δεν αποτυπώνονται απλώς στο βιβλίο, το διαπερνούν. Εγραψα την «Απαγωγή» για εκείνους που επιμένουν. Για εκείνους που δεν συμβιβάζονται και συνεχίζουν να αγωνίζονται για την αλήθεια και τη δικαίωση, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Δεν με ενδιέφερε να μεταφέρω αυτούσια μία υπόθεση ούτε να σταθώ μόνο στο «ποιος». Αυτό που με απασχόλησε ήταν να φωτίσω το «πώς» και το «γιατί». Πώς γεννιέται το κακό, πώς μπορεί να ριζώσει μέσα σε σχέσεις εμπιστοσύνης, πώς λειτουργεί αθόρυβα μέσα σε δίκτυα εξουσίας και φόβου και, κυρίως, πώς η σιωπή γίνεται ο μεγαλύτερος σύμμαχός του. Η «Απαγωγή» είναι, στην ουσία, μία ιστορία για όλα εκείνα που δεν λέγονται εύκολα, που χρειάζονται χώρο και βάθος για να αναπτυχθούν. Εκεί όπου δεν αρκεί μόνο να αποκαλυφθεί ο δράστης, αλλά πρέπει να κατανοηθεί η διαδρομή που οδήγησε στο έγκλημα.
Πόσο δύσκολο είναι εγκλήματα, που έχουν συγκλονίσει, να αποτυπώνονται στο χαρτί;
Οταν έχεις ζήσει μια υπόθεση, την έχεις ερευνήσει βαθιά και έχεις κοιτάξει στα μάτια ανθρώπους που έχουν χάσει τα πάντα, δεν μπορείς να γράψεις επιφανειακά. Στο χαρτί δεν υπάρχει η αμεσότητα της τηλεόρασης, πρέπει να επιλέξεις κάθε λέξη με προσοχή, με σεβασμό, με ευθύνη. Δεν καταγράφεις απλώς γεγονότα, μεταφέρεις μια αλήθεια που πονά και οφείλεις να την προστατεύσεις, να την υπηρετήσεις χωρίς υπερβολές, χωρίς εκπτώσεις. Σε κάθε βιβλίο μου η δημοσιογραφική έρευνα είναι η βάση. Η λογοτεχνία δίνει εικόνα, φωνή, ψυχή.
Πώς αισθάνεστε που όλα τα βιβλία σας αγκαλιάζονται από το κοινό και κάθε φορά αδημονούμε για το επόμενο;
Το αισθάνομαι ως μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης. Ο αναγνώστης δεν κρατά απλώς ένα βιβλίο. Μπαίνει μέσα σε έναν κόσμο που κουβαλά αλήθειες, ανθρώπους, συναισθήματα. Το ότι επιλέγει να τον ακολουθήσει είναι για εμένα τιμή, αλλά και ευθύνη. Δεν με κάνει να νιώθω επιτυχία με τη συμβατική έννοια. Με κάνει να νιώθω ότι πρέπει να είμαι ακόμη πιο προσεκτική, ακόμη πιο ειλικρινής.
Ηδη δουλεύετε την επόμενη συγγραφική ιδέα;
Η έρευνα δεν σταματά ποτέ. Κάποιες υποθέσεις σε αγγίζουν, κάποιες προσπερνούν, κάποιες όμως μένουν και σε ακολουθούν. Υπάρχουν σκέψεις, σημειώσεις, ιστορίες που αρχίζουν να σχηματίζονται. Ομως, δεν βιάζομαι. Για να γίνει μια ιστορία βιβλίο, πρέπει πρώτα να ωριμάσει μέσα μου. Πρέπει να με έχει ταράξει, να με έχει προβληματίσει, να έχει αφήσει ένα αποτύπωμα. Μόνο τότε αξίζει να ειπωθεί.
Ποιο έγκλημα, από εκείνα των τελευταίων ετών που έχετε εξιχνιάσει, σας ιντριγκάρει για να γίνει βιβλίο;
Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω μία υπόθεση. Κάθε ιστορία έχει τη δική της βαρύτητα και κάθε άνθρωπος τη δική του προσωπικότητα. Αυτό που με απασχολεί περισσότερο δεν είναι το ίδιο το έγκλημα, αλλά οι μηχανισμοί που το επιτρέπουν. Υπάρχουν υποθέσεις που δεν εξαντλούνται στην πράξη αυτή καθαυτήν. Συνεχίζουν να θέτουν ερωτήματα που δίνουν τροφή για σκέψη. Εκεί βρίσκεται το υλικό για ένα βιβλίο.
Η Αγγελική Νικολούλη για τα βιβλία της που θα γίνουν σειρά
Η πληροφορία ότι κάποια από τα βιβλία σας θα γίνουν σειρά ισχύει;
Υπάρχουν σχετικές συζητήσεις, ναι. Αν, όμως, μία τέτοια ιστορία μεταφερθεί στην εικόνα, θα πρέπει να γίνει με πολύ μεγάλη προσοχή. Το ζητούμενο δεν είναι η εντύπωση, αλλά η ουσία. Αν αυτό διασφαλιστεί, τότε μπορεί να γίνει κάτι που θα έχει πραγματική αξία.
Η Αγγελική Νικολούλη για το «Φως στο τούνελ»
Δεν θα μπορούσα να μη σας ρωτήσω για το «Φως στο τούνελ». Πώς θα χαρακτηρίζατε την 31η χρονιά που διανύετε;
Η 31η χρονιά δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι μια διαδρομή γεμάτη πρόσωπα, υποθέσεις, ευθύνες. Είναι μια «μάχη» και δεν δίνεται μόνο από εμάς. Δίνεται μαζί με τον κόσμο. Με τους τηλεθεατές που όλα αυτά τα χρόνια δεν έμειναν απλοί παρατηρητές. Εδωσαν στοιχεία, άνοιξαν δρόμους, έγιναν μέρος της έρευνας. Αυτό που κρατά ζωντανό το «Τούνελ» είναι ότι δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Δεν θέλει το σκοτάδι και αυτό είναι, ίσως, το πιο δύσκολο. Γιατί το σκοτάδι έχει έναν ύπουλο τρόπο να γίνεται κανονικότητα. Να το συνηθίζεις, να μην αντιδράς, να λες «έτσι είναι». Εκεί είναι όπου πρέπει να σταθείς απέναντι. Να επιμείνεις. Να συνεχίσεις να ψάχνεις, να ρωτάς, να ενοχλείς, μέχρι να το διαλύσεις και να δεις το φως. Δεν έχει νόημα να είσαι εκεί απλώς για να υπάρχεις. Ο κόσμος το καταλαβαίνει. Ο τηλεθεατής δεν συγχωρεί την απουσία ψυχής. Αν κάποια στιγμή νιώσεις ότι δεν έχεις να δώσεις, οφείλεις να κάνεις στην άκρη. Είναι θέμα σεβασμού και αξιοπρέπειας.

