Ο γνωστός σχεδιαστής βρέθηκε το βράδυ της Πέμπτης (15.01.2026) καλεσμένος στην εκπομπή «Στην αγκαλιά του Φάνη», όπου δεν απέφυγε κανένα θέμα.
Απαντώντας στην ερώτηση του παρουσιαστή για τη δήθεν κόντρα με την Άννα Βίσση, ο Λάκης Γαβαλάς ξεκαθάρισε:
«Δεν τσακώθηκα με τη Βίσση, έκανα μία κριτική και τώρα κρατιέμαι για να μην κάνω κι άλλη, γιατί τώρα θα ήταν πολύ πιο έντονη και πολύ πιο προσωπική. Ο σχεδιαστής την ταλαιπωρούσε με αυτό που την έβαλε να φοράει».
Στη συνέχεια πρόσθεσε με χαρακτηριστικό ύφος:
«Έχεις μια Dua Lipa για να “φτιαχτώ”; Γιατί μόνο αυτή με ενδιαφέρει τώρα από τραγουδίστριες και καμία άλλη».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ουδέποτε αμφισβήτησε την καλλιτεχνική αξία της κορυφαίας ερμηνεύτριας:
«Η Άννα είναι μια θεά, τραγουδάει υπέροχα, είναι φανταστική, τώρα πια δεν μου λείπει γιατί την ακούω παντού, παίζει σε όλα τα ραδιόφωνα και καλά κάνει, γιατί είναι άξια. Εικόνα δεν θέλω να έχω, γιατί δεν θέλω να με χρησιμοποιούν για την κριτική μου που είναι πάντα άρτια. Αυτό μου το έχει κάνει η βαθιά γνώση που έχω για τα ρούχα».
Κλείνοντας το θέμα, αναφέρθηκε και σε προσωπικό μήνυμα που έλαβε από την ίδια:
«Δεν αμφισβήτησα ποτέ το άτομο Άννα Βίσση. Κι ο Σώτης Βολάνης μου αρέσει αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει το ντύσιμό του. Δεν θέλω να θεωρεί κάποιος πως τον χρησιμοποιώ, όπως μου το έγραψε και η ίδια η Άννα Βίσση, ότι την χρησιμοποιώ για να γίνω διάσημος… Αυτό φυσικά δεν ήταν δικό της και ξέρω ακριβώς ποιανού είναι. Εγώ την αγαπώ μέσα μου βαθιά και το ξέρει. Τώρα το επιφανειακό δεν με ενδιαφέρει».
Ο Λάκης Γαβαλάς μίλησε και για τη διεθνή του καριέρα, κάνοντας μια αναδρομή στη διαδρομή του:
«Τελικά, απ’ το Μοναστηράκι, από εκεί που έφτιαχνα τις τσάντες τις σχολικές, όχι εγώ, εγώ τις αμπάλαριζα για να τις στείλω στις παραγγελίες, έτυχε να είμαι στη Saint Honoré και να σχεδιάζω για την Hermès. Και μάλιστα ιστορικές τσάντες όπως είναι η Birkin και η Kelly. Δηλαδή δίπλα στο όνομα Grace Kelly, το δικό μου όνομα. Αυτό δεν είναι για πέταμα».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη σχέση του με τον Κορυδαλλό, τόσο σε προσωπικό όσο και σε βιωματικό επίπεδο:
«Εγώ αγάπη μου γεννήθηκα στον Κορυδαλλό, μεγάλωσα στον Κορυδαλλό, ξαναπήγα, στον Κορυδαλλό έφυγα, στον Κορυδαλλό πήγα για το βιβλίο μου… Μια, ένας Κορυδαλλός πήγαινε – έλα είμαι!
Αφού τώρα, καμιά φορά, βλέπω κάποιον που μου λέει “γεια σου Λάκη, με θυμάσαι;”. Λέω “από πού;”. Λέει “απ’ τον Κορυδαλλό”. Λέω “από μέσα ή απ’ έξω;”. Γιατί ήτανε γείτονας ή ήτανε κρατούμενος; Δεν ξέρω. Και μία φορά είναι μία γυναίκα. Και μου λέει “καλέ με θυμάσαι απ’ τον Κορυδαλλό;”. Λέω “Απ’ ποιανού κόρη είσαι;”. Λέει “Όχι, ο άντρας μου ήταν φυλακή”».
Αναφερόμενος στους λόγους που τον οδήγησαν στη φυλακή, εξομολογήθηκε:
«Στη φυλακή φτάσαμε γιατί υποτίθεται είχα ένα χρέος στο δημόσιο, το οποίο ήταν το ΦΠΑ. Εγώ ήμουν χονδρέμπορος, έδινα σε όλη την Ελλάδα. Τελικά, κανένας από την Ελλάδα, όλη, δεν είχε πρόβλημα, το ’11, κανένας, παρά μόνον εγώ…».
Τέλος, περιέγραψε τις συνθήκες κράτησής του και τον τρόπο που αντιμετώπισε την εμπειρία:
«Γινόμουνα κανονικότατα, παρφαμαριζόμουνα, μετά το τρίμηνο ειδικά πέρασα τέλεια! … Ζορίστηκα πάρα πολύ. Αλλά είπα ότι στη ζωή κάποιες περίοδοι οι άνθρωποι έχουν ζόρια.
Εγώ λοιπόν είπα, Λάκη μου, το θερμόμετρο είναι η αισιοδοξία σου. Το βάζεις στη μασχάλη, το βλέπεις και το κοντρολάρεις. Κι ήμουνα πάντα σταθερός στη θερμοκρασία μου και σταθερός στην πειθαρχία μου. Αυτό με έκανε και πέρασα όλη τη δυσκολία».

