Η υπόθεση έφτασε στην αίθουσα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μετά από καταγγελία που έκανε τον Ιανουάριο του 2023 ο αδερφός του θύματος, ο οποίος είχε συμφωνήσει με τον ιερέα, που βρισκόταν κοντά στην οικογένειά τους, να αναλάβει τη φροντίδα του παθόντα όταν απεβίωσαν οι γονείς τους, καθώς το ποσοστό αναπηρίας του είναι μεγάλο.
Ο παθών διέμενε έναντι αντιτίμου 1.000 ευρώ σε ένα διαμέρισμα δίπλα στο ΚΔΑΠ που είναι υπό την επίβλεψη του ιερέα και τη φροντίδα του είχε αναλάβει ένας άλλος φιλοξενούμενος. Σύμφωνα με την καταγγελία, ο ίδιος χτυπούσε τον παθόντα, τον έδενε και δεν φρόντιζε για τη σίτισή του, ενώ δεν είχε καμία γνώση διαχείρισης και φροντίδας ενός ατόμου με αναπηρία.
«Τους τον εμπιστεύτηκα. Όμως ο αδερφός μου έκανε συνέχεια παράπονα και όταν τον επισκέφθηκα είδα έναν άνθρωπο σκελετό», είπε ο αδερφός του παθόντα που έκανε την καταγγελία. Ο ίδιος υποστήριξε πως δεν γνώριζε ότι ο αδερφός του δεν θα μείνει σε μια δομή, αλλά σε ένα διαμέρισμα, και σημείωσε ότι με τον ιερέα είχαν προχωρήσει σε προφορική σύμβαση.
«Στην αρχή με φρόντιζε καλά αλλά μετά με χτυπούσε παντού. Δεν ήταν ο κατάλληλος να με φροντίσει. Με απειλούσαν ότι δεν θα μου δώσουν να φάω αν τα πω αυτά στον αδερφό μου. Με έδεναν από το πρωί μέχρι το βράδυ», είπε ο παθών στην κατάθεσή του.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, που φιλοξενείτο στο ίδιο διαμέρισμα, δεν παρέστη στο δικαστήριο και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ενώ ο ιερέας αρνήθηκε τις κατηγορίες.
«Δεν θα έκανα ποτέ κακό σε άνθρωπο με αναπηρία. Εγώ τον σήκωνα στα χέρια για να φάει και να πιει νερό όταν ήταν μικρός. Ήθελε να πάει στο Άγιον Όρος να μονάσει. Το σπίτι το είχε η ενορία για τη βοήθεια ανθρώπων, όχι για τα χρήματα. Κάποια στιγμή είχα πει στον αδερφό του ότι δεν μπορούμε να τον φιλοξενήσουμε άλλο και να του δώσουμε τη φροντίδα που χρειάζεται. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν απλά συγκάτοικος, όχι φροντιστής», είπε στην απολογία του ο ιερέας και τόνισε ότι τα 1.000 ευρώ που έδινε ο αδερφός του θύματος ήταν για την ενίσχυση του έργου της εκκλησίας.
«Ο πρώτος κατηγορούμενος τον φρόντιζε αλλά από ένα σημείο και μετά σταμάτησε και κακομεταχειρίστηκε έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να αντιδράσει, τον έδερνε και τον άφηνε νηστικό και με ακαθαρσίες. Τα πάντα ήταν στο έλεος του θεού», ανέφερε στην αγόρευσή της η εισαγγελέας που τόνισε ότι εξαρχής έπρεπε να αναζητηθεί μια δομή που θα φρόντιζε τις ανάγκες του παθόντα.
Αν και πρότεινε την ενοχή και των δυο κατηγορουμένων, το δικαστήριο απάλλαξε τον ιερέα λόγω αμφιβολιών και έκρινε ένοχο για επικίνδυνη σωματική βλάβη τον πρώτο κατηγορούμενο.

