Το σύστημα αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Μεταφορών του ΕΚΕΤΑ (για λογαριασμό της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εφαρμογές έξυπνης διαχείρισης κυκλοφορίας στην Ελλάδα, με στόχο τη βελτίωση της ροής των οχημάτων, τη μείωση της συμφόρησης και την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.

Ολοκληρωμένη προσέγγιση
Η ανάπτυξη και λειτουργία του συστήματος στη Θεσσαλονίκη βασίζεται σε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που αξιοποιεί ιστορικά δεδομένα κυκλοφορίας που επί μία δεκαετία συλλέγει από πολλούς φορείς το Ζωντανό Εργαστήριο Βιώσιμης και Ευφυούς Κινητικότητας Θεσσαλονίκης στο ΙΜΕΤ και δεδομένα κυκλοφορίας σε πραγματικό χρόνο.

Οπως εξηγεί η διευθύντρια Ερευνών του Ινστιτούτου Μεταφορών του ΕΚΕΤΑ και επιστημονική υπεύθυνη του έργου, Γεωργία Αϋφαντοπούλου, «το σύστημα “έξυπνης διαχείρισης κυκλοφορίας” ενοποιεί τα τρία υφιστάμενα κέντρα ελέγχου φωτεινής σηματοδότησης στη Θεσσαλονίκη, δίνοντας τη δυνατότητα συνολικής παρακολούθησης των κυκλοφοριακών συνθηκών και υλοποίησης ολοκληρωμένων στρατηγικών βέλτιστης διαχείρισης της κυκλοφορίας στο οδικό δίκτυο ανά περιοχή παρέμβασης». Η καινοτομία του συστήματος έγκειται στο γεγονός ότι δεν βασίζεται πλέον σε στατικά προγράμματα σηματοδότησης που ενεργοποιούνται σε προκαθορισμένες ώρες της ημέρας, αλλά προσαρμόζει δυναμικά τη λειτουργία των φαναριών ανάλογα με τις πραγματικές κυκλοφοριακές συνθήκες.
Δεδομένα
Το σύστημα συλλέγει και επεξεργάζεται δεδομένα από πολλαπλές πηγές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανιχνευτές κυκλοφορίας που είναι εγκατεστημένοι σε βασικούς κόμβους του οδικού δικτύου και καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο τον κυκλοφοριακό φόρτο και το επίπεδο κατάληψης του οδοστρώματος. Παράλληλα, αξιοποιούνται δεδομένα τηλεματικής από στόλους οχημάτων -τα λεγόμενα Floating Car Data- τα οποία προέρχονται από συστήματα GPS και αποτυπώνουν την πραγματική ταχύτητα και τη ροή της κυκλοφορίας στους δρόμους της πόλης. Οπως εξήγησε ο διευθυντής Ερευνών ΙΜΕΤ/ΕΚΕΤΑ και συντονιστής της ομάδας ανάπτυξης, Ευάγγελος Μητσάκης, με βάση αυτά τα δεδομένα, ειδικοί αλγόριθμοι -πολλοί από τους οποίους αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη- μπορούν να προβλέπουν τις κυκλοφοριακές συνθήκες για τα επόμενα πέντε έως δεκαπέντε λεπτά της ώρας και να ενεργοποιούν το κατάλληλο πρόγραμμα φωτεινής σηματοδότησης, ανάλογα με οριακές τιμές μεγεθών που περιγράφουν το επίπεδο της συμφόρησης.

Η ανάγκη για μια τέτοια παρέμβαση προέκυψε από τα σοβαρά προβλήματα συντονισμού που χαρακτήριζαν επί δεκαετίες τη διαχείριση της κυκλοφορίας στη Θεσσαλονίκη. Οπως σημειώνει η κ. Αϋφαντοπούλου, πριν από την εφαρμογή του συστήματος υπήρχαν τρεις βασικές αδυναμίες: η παλαιότητα των προγραμμάτων σηματοδότησης -ορισμένα από τα οποία δεν είχαν επικαιροποιηθεί από το 1996-, η απουσία συντονισμού μεταξύ των τριών διαφορετικών κέντρων ελέγχου φαναριών και η λειτουργία της σηματοδότησης με βάση εβδομαδιαία προγράμματα και όχι δεδομένα κυκλοφορίας πραγματικού χρόνου. «Με την ενοποίηση των συστημάτων επιτεύχθηκε μια δυναμική και ολοκληρωμένη διαχείριση της κυκλοφορίας σε σημαντική περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος και σε ένα μέρος του οδικού δικτύου της πόλης», υπογραμμίζει.

Η εφαρμογή του συστήματος καλύπτει σήμερα τους σημαντικότερους οδικούς άξονες της Θεσσαλονίκης, δημιουργώντας κυκλοφοριακά αξιόπιστες διαδρομές από τα ανατολικά προς τα δυτικά και αντίστροφα. Στο δίκτυο περιλαμβάνονται δρόμοι όπως: Εγνατία, Τσιμισκή, Βασιλίσσης Ολγας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Νίκης, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Λαγκαδά, Εθνικής Αντιστάσεως και Γεωργικής Σχολής. Σε αρκετούς από αυτούς τους άξονες η επίδραση του συστήματος υπήρξε ιδιαίτερα εμφανής. Η Εγνατία και η Βασιλίσσης Ολγας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου καταγράφηκε σαφής μείωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης και των χρόνων μετακίνησης.

Αποτελέσματα
Τα αποτελέσματα της εφαρμογής είναι ήδη μετρήσιμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΜΕΤ, η λειτουργία του συστήματος οδήγησε σε μείωση έως 10% στον μέσο χρόνο μετακίνησης κατά μήκος των βασικών οδικών αξόνων της πόλης. Παράλληλα καταγράφηκε μείωση έως 15% στις καθυστερήσεις σε επιμέρους σηματοδοτούμενους κόμβους, ενώ σε επίπεδο δικτύου σημειώθηκε μείωση περίπου 15% στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στην κατανάλωση καυσίμου. Οπως επισημαίνει ο κ. Μητσάκης, τα αποτελέσματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι στα νέα προγράμματα σηματοδότησης αυξήθηκαν οι χρόνοι ασφαλείας για τη διέλευση οχημάτων και πεζών και μειώθηκαν οι ταχύτητες συντονισμού, ώστε να ενισχυθεί η οδική ασφάλεια και η περιβαλλοντικά φιλική κίνηση των οχημάτων.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η συμβολή του συστήματος στη διαχείριση της κυκλοφορίας που εκτράπηκε μέσα στην πόλη μετά την έναρξη των μεγάλων έργων κατασκευής του Fly Over της Θεσσαλονίκης. Η δυνατότητα δυναμικής ενεργοποίησης των προγραμμάτων σηματοδότησης, σε συνδυασμό με τη συνεργασία με την Τροχαία Θεσσαλονίκης, βοήθησε στη διέλευση σημαντικού μέρους της κυκλοφορίας μέσα από τον αστικό ιστό, χωρίς υψηλά επίπεδα καθημερινής συμφόρησης, όπως βεβαιώνουν και οι πολίτες της Θεσσαλονίκης σε σχετικές έρευνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΜΕΤ, η εφαρμογή αυστηρής αστυνόμευσης από την τροχαία Θεσσαλονίκης στους επιλεγμένους άξονες, η εφαρμογή νέων προγραμμάτων σηματοδότησης και η δυναμική διαχείρισή τους ανάλογα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες και τις νέες στρατηγικές διαχείρισης, αύξησαν τη λειτουργική κυκλοφοριακή ικανότητα βασικών οδικών αξόνων της πόλης έως και 40%!
Η τεχνολογική υποστήριξη του συστήματος
Η τεχνολογία που υποστηρίζει το σύστημα βασίζεται σε ένα δίκτυο αισθητήρων, σε δεδομένα τηλεματικής και σε προηγμένους αλγόριθμους πρόβλεψης της κυκλοφορίας. Το λογισμικό λειτουργεί ως «ανώτερη βαθμίδα» εποπτείας, η οποία λαμβάνει και αναλύει τα δεδομένα από τα συστήματα σηματοδότησης και ενεργοποιεί στρατηγικές διαχείρισης. Ενα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα του συστήματος είναι ότι μπορεί να συνδεθεί με τα κέντρα ελέγχου χωρίς να απαιτείται αντικατάσταση του εξοπλισμού.
3 παράγοντες για υπολογισμό του κόστους
Σε ό,τι αφορά το κόστος εφαρμογής, αυτό εξαρτάται από το μέγεθος του οδικού δικτύου, τον αριθμό των κόμβων και το επίπεδο τεχνολογικής υποδομής που ήδη διαθέτει μια πόλη. Η παραμετροποίηση της ανώτερης βαθμίδας του συστήματος και η τεχνολογική εγκατάσταση εκτιμάται περίπου στις 30.000 ευρώ ανά κόμβο, ανάλογα με το μέγεθος τους και πιθανές τεχνολογικές αναβαθμίσεις στον εξοπλισμό πεδίου, ή τηλεπικοινωνιακά δίκτυα που θα απαιτηθούν.
ΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Το γεγονός ότι το σύστημα έχει ήδη δοκιμαστεί σε μια σύνθετη αστική πραγματικότητα όπως αυτή της Θεσσαλονίκης δημιουργεί θετικές προοπτικές για την επέκτασή του και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Σύμφωνα με την κ. Αϋφαντοπούλου, το μοντέλο είναι πλήρως μεταφέρσιμο και μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορετικά οδικά περιβάλλοντα.
«Το σύστημα που έχει αναπτυχθεί από το ΙΜΕΤ είναι άμεσα εφαρμόσιμο σε άλλο οδικό δίκτυο, ανεξαρτήτως του υφιστάμενου εξοπλισμού ανίχνευσης και τεχνολογίας των υφιστάμενων κέντρο ελέγχου της σηματοδότησης», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το βασικό ζητούμενο είναι ο καθορισμός του δικτύου εφαρμογής και η τεχνική συνεργασία με τους τεχνολογικούς προμηθευτές των συστημάτων σηματοδότησης. Η συνεργασία αύτη είναι πολύ σημαντική για την επιτυχία του συστήματος. Στο έργο της Θεσσαλονίκης, το ΙΜΕΤ συνεργάστηκε με τρεις τεχνολογικούς προμηθευτές YUNEX, SWARCO, ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ.

Οι ερευνητές και η ομάδα ανάπτυξης θεωρούν ότι η πιθανή εφαρμογή του συστήματος στην Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ψηφιακής και «έξυπνης» διαχείρισης των αστικών μεταφορών. Όπως λένε κα με δεδομένο ότι η πρωτεύουσα αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερες κυκλοφοριακές πιέσεις από τη Θεσσαλονίκη, η αξιοποίηση τεχνολογιών που επιτρέπουν τη δυναμική προσαρμογή της σηματοδότησης στις πραγματικές συνθήκες κυκλοφορίας θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.

