Η υπόθεση είχε έρθει στο φως τον Σεπτέμβριο του 2024 και στο εδώλιο βρίσκονται συνολικά έξι κατηγορούμενοι. Πρόκειται για δύο νηπιαγωγούς, οι οποίες αντιμετωπίζουν κατηγορία για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, καθώς και για τέσσερις γονείς, που κατηγορούνται για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου.
Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση που είχε συνταχθεί το 2024, το παιδί φέρεται να έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση.
Κατά την έναρξη της δίκης, η διαδικασία διεκόπη και ορίστηκε νέα ημερομηνία, ενώ η κατάθεση του πατέρα του παιδιού προκάλεσε έντονη συναισθηματική φόρτιση, καθώς περιέγραψε τη στιγμή που το παιδί μίλησε για όσα είχε βιώσει.
«Όταν ήρθε ο μικρός να μου εκμυστηρευτεί το περιστατικό, μου είπε: “Μπαμπά, θα με αγαπάς ακόμη αν σου πω τι έγινε;”. Όσα μου είπε τα επανέλαβε και στους γιατρούς και τους νοσηλευτές αργότερα. Το σχολείο, δυστυχώς, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ήταν και είναι ακόμη μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος για εμάς. Κάνουμε ό,τι μπορούμε, ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να ξεπεράσει το παιδάκι μας το τραύμα. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα είναι μια ανοιχτή πληγή», ανέφερε ο πατέρας του παιδιού.
Η δικηγόρος της οικογένειας, Ανθούλα Ανάσογλου κατήγγειλε πως η δημόσια ψυχολόγος που είχε αναλάβει το παιδί διέκοψε τη διαδικασία επικαλούμενη «πρόβλημα κατανόησης της γλώσσας».
«Η δημόσια λειτουργός, η ψυχολόγος που το παρακολουθούσε, το εγκατέλειψε λέγοντας ότι υπήρχε πρόβλημα κατανόησης της γλώσσας. Ένα παιδάκι που παλεύει ακόμη και δεν εισπράττει την αγάπη της Πολιτείας», σημείωσε η κυρία Ανάσογλου.

