Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι απίθανο να υιοθετήσει την ισπανική πρόταση για μόνιμο δανεισμό μεγάλης κλίμακας μέσω κοινής έκδοσης χρέους.
Ωστόσο, η συζήτηση αναμένεται να συμβάλει στη σταδιακή επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού χρέους για τη χρηματοδότηση στρατηγικών προτεραιοτήτων, εδραιώνοντάς το ακόμη περισσότερο ως εργαλείο της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Πριν από τη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης στις 9 Ιουλίου, ο Ισπανός υπουργός Οικονομίας, Κάρλος Κουέρπο, πρότεινε η Ε.Ε. να εκδίδει έως και 850 δισ. ευρώ σε κοινό χρέος ετησίως. Στόχος είναι η δημιουργία μιας βαθιάς και ρευστής αγοράς κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων, καθώς και ενός μόνιμου ευρωπαϊκού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου (european safe asset).
Ο Κουέρπο υποστήριξε ότι ο κατακερματισμός των εθνικών αγορών κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη εμποδίζει το ευρώ να ανταγωνιστεί πλήρως το αμερικανικό δολάριο ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα και αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης επενδύσεων που ωφελούν συνολικά την Ε.Ε. Τόνισε, επίσης, ότι η πρόταση δεν προβλέπει την αμοιβαιοποίηση των υφιστάμενων εθνικών χρεών ούτε τη δημιουργία μόνιμων δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μεταξύ κρατών-μελών, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στη δημιουργία ενός κοινού χρηματοδοτικού εργαλείου για μελλοντικές επενδύσεις.
Οι αρχικές αντιδράσεις στη συνεδρίαση του Eurogroup ήταν ανάμικτες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας, της Ολλανδίας και της Φινλανδίας άσκησαν κριτική στην πρόταση, ενώ οι υπουργοί της Γαλλίας και της Αυστρίας εξέφρασαν ανησυχίες για τον ηθικό κίνδυνο (moral hazard) που συνδέεται με την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους. Αντίθετα, πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ιταλία και η Πορτογαλία υποστήριξαν την πρόταση. Μετά τη συνεδρίαση, ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, δήλωσε ότι η ισπανική πρόταση θα εξεταστεί σε μελλοντικές συνεδριάσεις.
Η ισπανική πρόταση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το πώς η Ε.Ε. θα πρέπει να χρηματοδοτήσει έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό κοινών προτεραιοτήτων, οι οποίες απαιτούν σημαντικές δημόσιες επενδύσεις σε ένα ολοένα και πιο αβέβαιο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Αν και η συζήτηση για την έκδοση κοινού χρέους διαρκεί εδώ και χρόνια, η χρονική συγκυρία της ισπανικής πρότασης αντανακλά τη σύγκλιση πολλών πιέσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Ε.Ε.
Η Ευρώπη καλείται να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες της μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ παράλληλα δέχεται πιέσεις από τις ΗΠΑ, προκειμένου να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες. Επιπλέον, αντιμετωπίζει αυξανόμενες ανάγκες για ενεργειακή ασφάλεια και απομάκρυνση από τον άνθρακα, την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα, καθώς και την αύξηση των επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές, Τεχνητή Νοημοσύνη και προηγμένη μεταποίηση. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. πρέπει να αρχίσει να αποπληρώνει το χρέος που εκδόθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος Next Generation EU, ενώ παράλληλα διαπραγματεύεται τον νέο επταετή προϋπολογισμό της Ε.Ε., ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ από το 2028.
Η Μαδρίτη υποστηρίζει ότι ρεαλιστικά οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέσω του υφιστάμενου προϋπολογισμού της Ε.Ε., ο οποίος παραμένει σχετικά περιορισμένος -περίπου στο 1% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ) της Ε.Ε.-, ούτε αποκλειστικά μέσω εθνικού δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς πολλά κράτη-μέλη έχουν ήδη υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τους Ισπανούς, μια μεγαλύτερη και πιο ρευστή αγορά κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων θα μείωνε το κόστος δανεισμού, θα προσέφερε στους επενδυτές ένα πραγματικά ασφαλές επενδυτικό προϊόν σε ευρώ, αντίστοιχο με τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, θα ενίσχυε τον διεθνή ρόλο του ευρώ και θα διευκόλυνε τη χρηματοδότηση επενδύσεων που αποφέρουν οφέλη σε ολόκληρη την Ευρώπη και όχι μόνο σε μεμονωμένα κράτη.
Η πρόταση της Ισπανίας, παρότι είναι απίθανο να υιοθετηθεί, αναμένεται να πυροδοτήσει μια συζήτηση για τη σταδιακή διεύρυνση της κοινής δημοσιονομικής ικανότητας της Ευρώπης. Η πολιτική στήριξη για μόνιμο ετήσιο κοινό δανεισμό της κλίμακας που προτείνει η Μαδρίτη φαίνεται προς το παρόν ανεπαρκής, ιδίως λόγω της συνεχιζόμενης αντίθεσης της Γερμανίας και της απαίτησης ομοφωνίας για τις σημαντικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι η Ε.Ε. θα εγκρίνει σταδιακά νέες εκδόσεις κοινού χρέους για συγκεκριμένους και σαφώς καθορισμένους σκοπούς -όπως η προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού, οι στρατηγικές βιομηχανικές επενδύσεις ή οι διασυνοριακές ενεργειακές υποδομές-, ενώ κάθε νέα πρωτοβουλία θα εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως προσωρινή και έκτακτη.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ακολουθούσε το γνώριμο μοτίβο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σύμφωνα με το οποίο σημαντικές θεσμικές καινοτομίες προκύπτουν σταδιακά ως απάντηση σε διαδοχικές κρίσεις και όχι μέσω μιας ενιαίας, ριζικής συνταγματικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το αποτέλεσμα θα είχε σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η Ε.Ε. θα εξελισσόταν σε έναν σημαντικότερο εκδότη κρατικού χρέους υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης, αυξάνοντας την προσφορά ασφαλών επενδυτικών τίτλων σε ευρώ και ενδεχομένως ενισχύοντας τον διεθνή ρόλο του ευρώ στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η κοινή χρηματοδότηση θα μπορούσε να διευκολύνει επενδύσεις με διασυνοριακά οφέλη, μειώνοντας παράλληλα το κόστος δανεισμού μέσω μεγαλύτερων και πιο ρευστών κεφαλαιαγορών. Την ίδια στιγμή, όμως, οι εθνικές κυβερνήσεις θα εξακολουθούσαν να φέρουν την κύρια ευθύνη για τις δημόσιες δαπάνες και την έκδοση χρέους. Αυτό σημαίνει ότι ο σταδιακός κοινός δανεισμός θα λειτουργούσε συμπληρωματικά και όχι ως υποκατάστατο της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής. Η βασική πρόκληση αυτού του σεναρίου είναι ότι, περιορίζοντας τον κοινό δανεισμό σε αποσπασματικές και κατά περίπτωση προτεραιότητες, η Ε.Ε. δεν θα καταφέρει να δημιουργήσει τη μεγάλη και ιδιαίτερα ρευστή αγορά ασφαλών τίτλων που απαιτείται για να ανταγωνιστεί ουσιαστικά το αμερικανικό δολάριο. Επιπλέον, αν κρίσιμοι τομείς -όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η προηγμένη μεταποίηση– εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από τον κατακερματισμένο εθνικό δανεισμό και τις επιμέρους εθνικές χρηματοδοτήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος η Ευρώπη να συνεχίσει να χάνει έδαφος σε ανταγωνιστικότητα έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας.






















