Το περιστατικό αποκαλύφθηκε όταν η αστυνομία του Μέριλαντ ειδοποιήθηκε για έναν νεαρό με σοβαρά τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο. Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο εντόπισαν τον 19χρονο αιμόφυρτο, με πολλαπλά τραύματα στο σώμα του. Ο ίδιος, σε κατάσταση σοκ, ρώτησε αν κινδυνεύει η ζωή του, ενώ διακομίστηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Κατά την έρευνα στον χώρο, οι Αρχές βρήκαν ένα κομμένο δάχτυλο, το οποίο περισυλλέχθηκε ως πειστήριο.
Λίγη ώρα αργότερα, διαπιστώθηκε ότι στο ίδιο νοσοκομείο είχε μεταβεί αυτοβούλως και ο φερόμενος ως δράστης, όταν αντιλήφθηκε ότι του έλειπε δάχτυλο από το χέρι. Εκεί οι αστυνομικοί συνέδεσαν τα στοιχεία και προχώρησαν στη σύλληψή του. Ο 21χρονος ταυτοποιήθηκε ως Ναζίρ Γουίλκινσον.
Κατά την απολογία του στο δικαστήριο για το περιστατικό του Μαρτίου 2024, υποστήριξε ότι πήγε στο σπίτι του 19χρονου εξοργισμένος, επειδή εκείνος συνέχιζε να παρενοχλεί τη σύντροφό του, παρότι είχαν χωρίσει. Όπως κατέθεσε, καθ’ οδόν η γυναίκα τού ζήτησε να μην προχωρήσει σε βίαιη πράξη. Ωστόσο, λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε στο αυτοκίνητο αιμόφυρτος, φωνάζοντας ότι είχε χάσει το δάχτυλό του.
Αρχικά, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 16 χρόνια φυλάκισης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα επέζησε. Η υπόθεση όμως δεν έληξε εκεί. Μέσα από τη φυλακή, ο Γουίλκινσον άρχισε να στέλνει απειλητικές επιστολές στον 19χρονο, στις οποίες δήλωνε ότι θα τον σκοτώσει μόλις αποφυλακιστεί.
Οι επιστολές εξετάστηκαν από τις Αρχές και, με τη βοήθεια γραφολόγου, αποδείχθηκε ότι προέρχονταν από τον ίδιο. Σε μία από αυτές έγραφε ξεκάθαρα ότι δεν τον ενδιέφεραν οι συνέπειες των πράξεών του.
Ο 21χρονος οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον του ίδιου δικαστή, ο οποίος αποφάσισε την αυστηροποίηση της ποινής του, καταδικάζοντάς τον τελικά σε 27 χρόνια κάθειρξης.

