Οι τελικές αποφάσεις ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα, ύστερα από κλειστές διαπραγματεύσεις όλου του Σαββατοκύριακου ανάμεσα στη συντηρητική συμμαχία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και στους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους της κυβέρνησης, σύμφωνα με αναφορές του Reuters. Ο ίδιος ο Μερτς παραδέχθηκε ότι «θα αισθανόμαστε τις συνέπειες αυτού του πολέμου για πολύ καιρό ακόμη, ακόμη και όταν τελειώσει» και τόνισε ότι η κυβέρνηση θα πράξει όσα μπορεί για να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας και να ελαφρύνει την κατάσταση των νοικοκυριών.
Πρώτο και άμεσο μέτρο προβλέπει προσωρινή μείωση του ειδικού φόρου στα καύσιμα κατά 17 λεπτά ανά λίτρο για βενζίνη και ντίζελ, με διάρκεια δύο μηνών, στοιχίζοντας περίπου 1,6 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό. Το πακέτο στοχεύει στην άμεση συγκράτηση της επιβάρυνσης από την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου, ενώ οι επιχειρήσεις θα έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν στους εργαζομένους αφορολόγητο bonus ανακούφισης έως 1.000 ευρώ μέσα στο 2026, χωρίς επιβάρυνση από φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές.
Ο ηγέτης των Βαυαρών συντηρητικών Μάρκους Ζέντερ περιέγραψε το κλίμα λέγοντας: «Η πίεση των τελευταίων εβδομάδων ήταν αφόρητη για πολλούς ανθρώπους — αφόρητη για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για τους ίδιους τους πολίτες» και πρόσθεσε ότι οι καθημερινές αυξήσεις στις τιμές στα πρατήρια έχουν προκαλέσει αίσθημα αδυναμίας, θυμού και βαριάς επιβάρυνσης.
Εκτός από τα άμεσα μέτρα, ο κυβερνητικός συνασπισμός προανήγγειλε δεύτερο κύμα παρεμβάσεων: πιο μόνιμες προτάσεις για φοροελαφρύνσεις σε χαμηλά και μεσαία εισοδήματα με χρονικό ορίζοντα εφαρμογής από το 2027, καθώς και την επικείμενη μεταρρύθμιση του συστήματος υγειονομικής ασφάλισης την οποία η κυβέρνηση θέλει να περάσει ως το καλοκαίρι, με στόχο τη μείωση της πίεσης στους εργοδότες.
Τέλος, το Βερολίνο προειδοποίησε ότι θα πιέσει στις Βρυξέλλες για το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, απορρίπτοντας την πρόταση της Κομισιόν για ειδικό καθεστώς στα μικρά αυτοκίνητα και το σενάριο συμψηφισμού εκπομπών με offsets. Η κυβέρνηση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων δημοσιονομικών παρεμβάσεων αν οι διεθνείς τιμές συνεχίσουν να ανεβαίνουν, ενώ παρακολουθείται η πορεία του πληθωρισμού και η ανταπόκριση των αγορών εργασίας και ενέργειας.