Αυτή είναι η άποψη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως διατυπώνεται σε έκθεση που εγκρίθηκε σήμερα (15 Απριλίου) με 44 ψήφους υπέρ, 10 κατά και 17 αποχές, η οποία, αφενός, καλεί την Άγκυρα να αναλάβει δράση για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και, αφετέρου, επικρίνει την «περιορισμένη αντίδραση των άλλων ευρωπαϊκών θεσμών» στις απογοητευτικές εξελίξεις στη χώρα, προτρέποντάς τους να «υιοθετήσουν μια πιο ισχυρή και πιο ηχηρή στάση για την υπεράσπιση των δημοκρατικών προτύπων και του κράτους δικαίου στην Τουρκία».
Η άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πορεία της Άγκυρας προς την ΕΕ παρέμεινε αμετάβλητη τα τελευταία χρόνια. Ήδη τον Ιούλιο του 2023, είχε ζητηθεί από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων να διατυπώσει τη γνώμη της για το ίδιο ζήτημα – την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ: ναι ή όχι; – και το αποτέλεσμα ήταν πανομοιότυπο. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία βρίσκεται σε αδιέξοδο στη διαδικασία ένταξης από το 2018, όταν οι διαπραγματεύσεις «πάγωσαν» λόγω της επιδείνωσης του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, η ΕΕ έκρινε ότι η Τουρκία δεν πληροί τα κριτήρια ένταξης.
Η αίτηση ένταξης στην Ένωση υποβλήθηκε για πρώτη φορά το 1987, όταν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) αριθμούσε 12 κράτη μέλη. Σήμερα, 39 χρόνια αργότερα, εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικά προβλήματα που εμποδίζουν την ένταξη της Άγκυρας. Η επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί την Τουρκία να «αντιμετωπίσει τις επίμονες ελλείψεις στους τομείς του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών προτύπων, της ελευθερίας του Τύπου και άλλων θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και να σέβεται τις σχέσεις καλής γειτονίας και το διεθνές δίκαιο». Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη «ενίσχυσης της δικαστικής ανεξαρτησίας, διασφάλισης της ελευθερίας της έκφρασης, προστασίας των δημοσιογράφων και των δικαιωμάτων των τοπικών αρχών, καθώς και τερματισμού των δικών με πολιτικά κίνητρα».
Καταδίκη των παραβιάσεων της ελληνικής κυριαρχίας από την Τουρκία
Στην έκθεση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις της Τουρκίας με Ελλάδα και Κύπρο, με τους ευρωβουλευτές να καλούν την Αγκυρα να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας. Η έκθεση στηρίζει τον διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, χαρακτηρίζοντάς τον θετικό βήμα για την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο, ταυτόχρονα όμως καταδικάζει τις παραβιάσεις της ελληνικής κυριαρχίας και την παρεμπόδιση ενεργειακών έργων.
Η έκθεση απορρίπτει επίσης, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και ζητείται από την Τουρκία να συμμορφωθεί πλήρως με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος οριοθέτησης ΑΟΖ.
Όσον αφορά στο Κυπριακό, επαναβεβαιώνεται ότι η μόνη αποδεκτή λύση είναι μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Οι ευρωβουλευτές καταδικάζουν μονομερείς ενέργειες, όπως αυτές στα Βαρώσια, και ζητούν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το νησί, καθώς και τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων.
Καλούν μάλιστα την Τουρκία να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να προστατεύσει τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τη θρησκευτική ελευθερία, με ιδιαίτερη αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην πολιτιστική κληρονομιά.
Η στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας
Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία παραμένει χώρα στρατηγικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σύμμαχος του ΝΑΤΟ, και οι ευρωβουλευτές υπογραμμίζουν τη σημασία της λόγω της «αυξανόμενης παρουσίας και επιρροής της σε περιοχές κρίσιμες για τη διεθνή ασφάλεια και τα στρατηγικά συμφέροντα της ΕΕ, όπως η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, ο Νότιος Καύκασος και η Μέση Ανατολή». Για τους λόγους αυτούς, «η έκθεση υπογραμμίζει τη σημασία της ενίσχυσης της συνεργασίας ΕΕ-Τουρκίας σε θέματα περιφερειακής ασφάλειας, ιδίως υπό το πρίσμα του μεταβαλλόμενου γεωπολιτικού τοπίου». Οι ευρωβουλευτές ζητούν επίσης «τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης», υπογραμμίζοντας τη σημασία της «συμμόρφωσης της Τουρκίας με τα εκκρεμή κριτήρια αναφοράς για την επανεκκίνηση της διαδικασίας απελευθέρωσης των θεωρήσεων». Επιπλέον, το έγγραφο καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να διατηρήσουν και, όπου είναι δυνατόν, να αυξήσουν «τη χρηματοδοτική συνδρομή, ενισχύοντας τη στήριξη προς την τουρκική κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις που διευθύνονται από πρόσφυγες».
Υπάρχει ακόμη ένα παράθυρο ευκαιρίας για ενίσχυση της συνεργασίας. Ο εισηγητής του κειμένου, ο Ισπανός Σοσιαλιστής Σάντσο Νατσέζ Αμόρ, εξηγεί ότι «αν και δεν βλέπουμε κανένα λόγο να ξαναρχίσει η διαδικασία ένταξης, δεδομένης της επιδείνωσης των δημοκρατικών προτύπων και της αυξανόμενης καταστολής της αντιπολίτευσης και των κριτικών φωνών, υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας για να σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά το υπόλοιπο της διμερούς τομεακής ατζέντας». Μια τέτοια ευκαιρία θα περιλαμβάνει «στενότερη συνεργασία στην εξωτερική πολιτική, η οποία είναι απαραίτητη για την επίτευξη περαιτέρω προόδου στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Ελπίζουμε επίσης να δούμε πρόοδο στην τρέχουσα πρωτοβουλία «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία», αλλά αυτό απαιτεί αποφασιστικότητα και προθυμία ανάληψης κινδύνων».
Η μπάλα περνά τώρα από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η επόμενη συνάντηση θα είναι, επομένως, μία από τις προσεχείς συνόδους στο Στρασβούργο, όπου η ολομέλεια θα ψηφίσει επί της έκθεσης.

