Η 39χρονη Μπερεζόφσκα είχε καταγραφεί από κάμερες ασφαλείας να αφήνει ένα σακίδιο έξω από πολυκατοικία στο Μονακό, πριν σημειωθεί η έκρηξη που τραυμάτισε τον Γερμολάεφ, τη σύντροφό του και το 13χρονο παιδί τους. Οι αρχές υποστηρίζουν ότι μετά την ενέργεια διέφυγε οδικώς μέσω Γαλλίας και Ιταλίας, χρησιμοποιώντας όχημα με γερμανικές πινακίδες, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στην Ουκρανία.
Λίγες ημέρες αργότερα, η σορός της εντοπίστηκε σε δασική περιοχή κοντά στο Κίεβο. Οι ουκρανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η Μπερεζόφσκα είχε επαφές με δύο άνδρες, οι οποίοι φέρονται να είχαν χρηματοδοτήσει τις κινήσεις της μέσω τραπεζικών λογαριασμών και κρυπτονομισμάτων. Ένας από αυτούς, ο Βλαντισλάβ Ρέουτ, συνελήφθη και κατηγορείται για τη δολοφονία της, ενώ ο ίδιος φέρεται να υπέδειξε ως συνεργό τον πρώην αστυνομικό Βιτάλι Ζικόβιτς.
Παράλληλα, δημοσιεύματα στην Ουκρανία αναφέρουν ότι ο Ρέουτ είχε σπουδάσει νομικά στο Κίεβο και είχε εργαστεί στη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GUR, γεγονός που έχει προκαλέσει νέα ερωτήματα γύρω από την υπόθεση και τα πιθανά κίνητρα πίσω από την επίθεση.
Πώς εξελίχθηκε η δολοφονία
Στην απολογία του ενώπιον δικαστηρίου στο Κίεβο, ο Βλαντισλάβ Ρέουτ υποστήριξε ότι ο Βιτάλι Ζικόβιτς ήταν εκείνος που σκότωσε την Αναστασία Μπερεζόφσκα. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, οι δύο άνδρες μετέφεραν τη γυναίκα υπό την απειλή όπλου σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ, περίπου 60 χιλιόμετρα δυτικά της ουκρανικής πρωτεύουσας.
«Ο Ζικόβιτς την πυροβόλησε πρώτος στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Εκείνη έπεσε κάτω. Εκείνος πλησίασε και έριξε άλλη μια βολή. Εγώ στεκόμουν λίγα μέτρα πιο πέρα εκείνη τη στιγμή», ανέφερε ο Ρέουτ ενώπιον του δικαστή.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ακούστηκαν συνολικά τέσσερις πυροβολισμοί και στη συνέχεια ο Ζικόβιτς τον ανάγκασε να ανοίξει λάκκο για να κρυφτεί η σορός, ενώ φέρεται να πήρε τα προσωπικά αντικείμενα της Μπερεζόφσκα και τα αθλητικά της παπούτσια. Παράλληλα, δήλωσε: «Θα επιμείνω να υποβληθώ σε τεστ με ανιχνευτή ψεύδους για να αποδείξω την αθωότητά μου».
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του Ζικόβιτς, Ανατόλι Ιβανόφ, τόνισε ότι ο πελάτης του απορρίπτει όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται.
Η ουκρανική υπηρεσία ασφαλείας SBU ανακοίνωσε ότι οδηγήθηκε στον εντοπισμό της σορού της Μπερεζόφσκα μετά τις καταθέσεις των δύο ανδρών, ενώ οι αρχές περισυνέλεξαν και κάλυκες από το σημείο όπου φέρεται να έγινε η δολοφονία.
Παράλληλα, η SBU έδωσε στη δημοσιότητα ασαφές υλικό από έναν χώρο που χαρακτήρισε «θάλαμο βασανιστηρίων» στο υπόγειο της κατοικίας του Ζικόβιτς στην πόλη Μπιλογορόντκα. Ωστόσο, οι ερευνητές διευκρίνισαν αργότερα ότι η Μπερεζόφσκα δεν είχε υποστεί βασανιστήρια πριν από τη δολοφονία της στο δάσος.
Πίεση στον Ζελένσκι
Η υπόθεση προκαλεί πολιτικές αναταράξεις για τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς ένα από τα πρόσωπα που εμπλέκονται φέρεται να είχε σχέση με την ουκρανική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GUR. Ακόμη και αν οι αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες έδρασαν χωρίς εντολές από κρατικούς φορείς, το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε τον Ζελένσκι να προχωρήσει σε πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη όσοι ευθύνονται.
Απαντώντας σε ερώτηση της εφημερίδας Guardian, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι περιμένει «περαιτέρω αναφορές» τις επόμενες ημέρες για την υπόθεση του Μονακό, η οποία έχει προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον. «Θα ενημερώσω το κοινό», υποσχέθηκε.
Ο ερευνητής δημοσιογράφος της Ukrainska Pravda, Μιχαΐλο Τκάτς, σχολίασε: «Θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς χειρότερο σενάριο. Θα είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί αν εμπλέκονταν ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι —ιδίως από την GUR τη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών. Είναι προφανές ότι θα απαιτηθεί εξήγηση σε ανώτατο επίπεδο».
Η υπόθεση συνδέεται επίσης με το παρελθόν του Βαντίμ Γερμολάεφ, στον οποίο η Ουκρανία είχε επιβάλει προσωπικές κυρώσεις το 2023. Η SBU τον είχε κατηγορήσει ότι συνέχιζε εμπορική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Κριμαία και ότι κατέβαλε φόρους στο ρωσικό δημόσιο. Ο ίδιος απέρριψε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες «εντελώς σουρεαλιστικές», ενώ υποστήριξε πως είχε στηρίξει οικονομικά τον ουκρανικό στρατό.
Παράλληλα, ο γιος του, Αρτούρ Γερμολάεφ, είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που συνδεόταν με τηλεφωνικές απάτες στην πόλη Ντνίπρο. Σύμφωνα με τις εσθονικές αρχές, είχε εμπλακεί στη λειτουργία τηλεφωνικών κέντρων που εξαπατούσαν πολίτες. Τελικά του επιβλήθηκε ποινή με αναστολή, κατέβαλε 8,5 εκατομμύρια ευρώ και αποχώρησε από την Εσθονία.
Πρόσωπο από το περιβάλλον του Γερμολάεφ ανέφερε ότι τόσο η επίθεση στο Μονακό όσο και η δολοφονία της Μπερεζόφσκα αποτελούν εγκληματικές πράξεις και όχι πολιτικές ενέργειες.

