Οι εντυπωσιακές νίκες του Δημοκρατικού Κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ αναμένεται να αλλάξουν τις ισορροπίες δυνάμεων στο Κογκρέσο, παρέχοντας στο κόμμα μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου και επιρροή στη νομοθετική διαδικασία, γεγονός που θα έχει επιπτώσεις στην πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, της Ουκρανίας και του Ιράν.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αρκετών αναλυτών κορυφαίων δεξαμενών σκέψης τα αποτελέσματα σηματοδοτούν μια σημαντική μετατόπιση της ισχύος στο Κογκρέσο, δίνοντας στους Δημοκρατικούς μεγαλύτερη επιρροή στις ομοσπονδιακές δαπάνες, στον έλεγχο της κυβέρνησης και στις προεδρικές υποψηφιότητες. Ο Τραμπ διατηρεί ευρείες αρμοδιότητες όσον αφορά τη διπλωματία και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις λόγω του βέτο.
Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν σε μια συγκυρία κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Ιράν, η πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνεχίζεται, ενώ η προσέγγιση της Ουάσιγκτον απέναντι στη Μόσχα παραμένει ζήτημα διαφωνίας μεταξύ των δύο κομμάτων.
Η πιο άμεση πρόκληση στην εξωτερική πολιτική για το νέο Κογκρέσο ενδέχεται να είναι ο πόλεμος με το Ιράν. Οι Δημοκρατικοί έθεσαν ως κεντρικό άξονα της προεκλογικής τους εκστρατείας τον τερματισμό της σύγκρουσης, η οποία έχει συμβάλει στην άνοδο των τιμών της ενέργειας και στην οικονομική αβεβαιότητα.
Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα ενισχύσει τη δυνατότητά τους να ασκούν έλεγχο στην κυβέρνηση, να αμφισβητούν τις στρατιωτικές δαπάνες και να πιέζουν για τον περιορισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.Τα εκλογικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να ωθήσουν τον Τραμπ προς μια διπλωματική διέξοδο από τον πόλεμο. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να μπλοκάρουν την πρόσθετη χρηματοδότηση για τη σύγκρουση και να διερευνήσουν τις αποφάσεις της κυβέρνησης, μόλις αναλάβει το νέο Κογκρέσο.
Η Τεχεράνη ενδέχεται να επιδιώξει ευνοϊκότερους όρους στις διαπραγματεύσεις, εκτιμώντας ότι η πολιτική ικανότητα του Τραμπ να διατηρήσει τη στρατιωτική εκστρατεία έχει εξασθενήσει.Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι Ιρανοί δεν θα βρίσκονται υπό πίεση να προχωρήσουν σε περαιτέρω συμβιβασμούς.
Οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης
Πολλοί αναλυτές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι παρά τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών, οι επιπτώσεις κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένες είναι.Οι περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι έχουν υπερασπιστεί την εκστρατεία κατά του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την απαραίτητη για την αντιμετώπιση των ιρανικών πυρηνικών και περιφερειακών απειλών, και είναι πιθανό να αντιταχθούν στις προσπάθειες των Δημοκρατικών για περιορισμό της χρηματοδότησης. Παρόλα αυτά, οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης έχουν καταστεί πολιτικό βάρος για την κυβέρνηση.
Οι αυξημένες τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης —που συνδέονται εν μέρει με τις διαταραχές στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ— επέτρεψαν στους Δημοκρατικούς να αναδείξουν το ζήτημα του κόστους διαβίωσης σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής τους εκστρατείας. Το νέο Κογκρέσο ενδέχεται επίσης να εντείνει τον έλεγχο επί του Πενταγώνου και του εκκεντρικού υπουργού άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ενώ οι διαπραγματεύσεις για τη χρηματοδότηση μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω συγκρούσεις με τον Λευκό Οίκο.
Ο έλεγχος των δαπανών θα αποτελέσει το μέσο για τη διαμόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ Όσο ο Τραμπ βρίσκεται στην εξουσία, τα ερωτήματα και οι ανησυχίες σχετικά με τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ θα παραμένουν.
Δεν ήταν το Κογκρέσο, αλλά ο ίδιος ο Τραμπ εκείνος που προκάλεσε μια διατλαντική κρίση, απειλώντας επανειλημμένα να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, να καταστήσει τον Καναδά την 51η πολιτεία και να αποσύρει την προστασία από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ που δεν δαπανούν επαρκή ποσά για την άμυνά τους.
Επίσης, η κυβέρνηση —και όχι το Κογκρέσο— ήταν εκείνη που παρέκαμψε κάθε προσπάθεια εξασφάλισης ευρωπαϊκής στήριξης (ή έστω ευαισθητοποίησης) για τον πόλεμο που επιδίωκε με το Ιράν. Η κυβέρνηση αιφνιδίασε όχι μόνο τους Ευρωπαίους, αλλά και το Κογκρέσο, όταν ακύρωσε την ανάπτυξη στρατευμάτων στην Ευρώπη νωρίτερα φέτος.
Τώρα που οι Δημοκρατικοί ελέγχουν το νομοθετικό σώμα, πολλοί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θα παρακολουθούν αν το κόμμα μπορεί να αποσπάσει, σε κάποιον βαθμό, τον έλεγχο από την εκτελεστική εξουσία όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας.
Οι Δημοκρατικοί που τάσσονται υπέρ μιας ισχυρής αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη και μιας σθεναρής δέσμευσης απέναντι στο ΝΑΤΟ, ξεκινούν από μια γερή βάση. Παρά την άστοχη προσέγγιση της κυβέρνησης απέναντι στους συμμάχους, η υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ εντός του Κογκρέσου υπερβαίνει ήδη τα κομματικά όρια — και μάλιστα με ουσιαστικό αντίκτυπο.
Στον Νόμο περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας (NDAA) για το οικονομικό έτος 2026, οι Ρεπουμπλικανοί —που διέθεταν την πλειοψηφία— ενέκριναν πολυετή βοήθεια ασφαλείας για την Ουκρανία, έθεσαν περιορισμούς στη δυνατότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μειώσεις στρατευμάτων στην Ευρώπη, και απαίτησαν ο Αμερικανός διοικητής της Ευρωπαϊκής Διοίκησης των ΗΠΑ (US European Command) να διατηρεί παράλληλα τον ρόλο του Ανώτατου Συμμάχου Διοικητή Ευρώπης (SACEUR) στο ΝΑΤΟ.
Η επαναξιολόγηση της διατλαντικής ασφάλειας
Παρά την ήδη ισχυρή διακομματική στήριξη προς το ΝΑΤΟ, ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς αναμένεται να επιφέρει μια επαναξιολόγηση της διατλαντικής ασφάλειας. Από τον Ιανουάριο του 2027, οι Δημοκρατικοί θα προεδρεύουν σε όλες τις επιτροπές και υποεπιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, συμπεριλαμβανομένων των επιτροπών αρμόδιων για τις κρατικές δαπάνες (appropriations committees), καθώς και εκείνων που είναι καίριας σημασίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική (Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων και Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας), καθώς και οι αντίστοιχες επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων).
Οι Δημοκρατικοί θα καθορίζουν ποια νομοσχέδια θα εξετάζονται σε ακροάσεις, θα ελέγχουν τις έρευνες και θα επιβλέπουν περίπου τα δύο τρίτα του προσωπικού και των προϋπολογισμών των επιτροπών. Ενώ ο Τραμπ διατηρεί ευρέα εκτελεστικά προνόμια στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι Δημοκρατικοί θα αρχίσουν να προετοιμάζουν το έδαφος για μια νέα προσέγγιση στη συνεργασία με τους συμμάχους των ΗΠΑ.























