Ο Αλέξης Τσίπρας έχει διατηρήσει πολλές από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος.
Η πιο γνωστή αδυναμία του είναι να… φουσκώνει τις υποσχέσεις που δίνει, κάτι που ζήσαμε όλοι με το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» και ξαναθυμηθήκαμε τώρα με το νέο πακέτο που διαφημίζει, ύψους περίπου 40 δισ. ευρώ. Ομως, υπάρχει και μία άλλη προσφιλής τακτική που επιστρατεύει στα δύσκολα: Να αδειάζει τους συνεργάτες του όποτε νιώθει στριμωγμένος.
Εντάξει, δεν είπαμε ότι τους εξαφανίζει και από τις φωτογραφίες. Αυτά μόνο επί Στάλιν και επειδή το σήκωνε η εποχή. Στην εποχή του Διαδικτύου, που τίποτα δεν διαγράφεται και τίποτα δεν ξεχνιέται, αρκεί μια απλή αναζήτηση για να βρούμε εκατοντάδες θερμά ενσταντανέ με εκείνους με τους οποίους κάποτε πορεύτηκε και σήμερα αποκηρύσσει. Το έκανε ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, στην πρώτη και τη δεύτερη διάσπαση, το συνέχισε όταν ανέλαβε πρωθυπουργός, το επανέλαβε όταν έφυγε και επέστρεψε με ένα βιβλίο στο οποίο έριχνε όλο το φταίξιμο στους άλλους.
Η αλήθεια είναι πως σε μια τόσο αλλοπρόσαλλη πορεία, από τη ριζοσπαστική Αριστερά στη συνεργασία με τους Ανεξάρτητους Ελληνες και τώρα στην «κυβερνώσα Αριστερά» και το ανεκπλήρωτο φλερτ με το Κέντρο, είναι αναμενόμενο να αλλάζει συνεργάτες και συντρόφους σαν τα πουκάμισα. Κάπως έτσι «διέγραψε» εν μία νυκτί τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του οποίου υπήρξε αρχηγός επί 15 χρόνια. Κάπως έτσι ο Πάνος Καμμένος άκουσε τον «καλύτερο πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης» να χαρακτηρίζει τη συγκυβέρνησή τους ως «αναγκαίο κακό» και να ανακαλύπτει οψίμως πως τους χωρίζει μία «πολιτική και ιδεολογική άβυσσος».
Καμία έκπληξη και για την απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε για τον Γιώργο Σιακαντάρη, με αφορμή την ανάρτησή του για τα κόμματα της γερμανικής Δεξιάς και Αριστεράς. «Δεν είναι στέλεχος της ΕΛΑΣ, δεν συμμετέχει σε κανένα από τα όργανά μας. Ο ίδιος θέλησε να έχει τη δυνατότητα της έκφρασης των προσωπικών μου απόψεων χωρίς να τις ζυγίζει στο πλαίσιο των συλλογικών αποφάσεων».
Αυτή η τάση του Αλέξη Τσίπρα άλλοτε να υποτιμά, άλλοτε να υποβαθμίζει και στο τέλος να αποκηρύσσει τους συνεργάτες του όταν θεωρεί ότι χαλούν το αφήγημά του ή κόβουν τον δρόμο του προς τους «αρμούς της εξουσίας» θα μπορούσε να είναι ακόμα και κατανοητή από κάποιον κυνικό παρατηρητή της πολιτικής. Ομως, η άρνηση να αναγνωρίσει έστω και ψήγμα δικού του λάθους είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση.
