Οσο παρατείνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία και όσο περισσότερο εμπλέκεται σε αυτόν η Γερμανία τόσο θα πέφτει το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της και θα συρρικνώνεται η εθνική της οικονομία. Εντούτοις, το πολιτικό της σύστημα δεν δείχνει καμία διάθεση να διαφοροποιηθεί από τη σκληρή αντιρωσική γραμμή του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών συμμάχων. Δείγμα κι αυτό της αδυναμίας του Βερολίνου να αντιπαρατεθεί με παίκτες ψηλότερους από το μπόι του κι επιβεβαιωτικό του κλασικού δόγματος «πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, πολύ μικρή για τον κόσμο».
Προς τεκμηρίωση του lead αυτού του κομματιού, ιδού τι δήλωσε ο επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομίας (DIW), Mαρσέλ Φράτσερ, στη Rheinische Post: «Ο πόλεμος και οι συνέπειές του έχουν ήδη κοστίσει στη γερμανική οικονομία περίπου 100 δισ. ευρώ, που ισοδυναμούν με το 2,5% του γερμανικού ΑΕΠ».
Οι γενναίες επιδοτήσεις της κυβέρνησης Σολτς και ο σχετικά ήπιος χειμώνας απορρόφησαν κάπως τους κραδασμούς, αλλά τα δύσκολα μόλις τώρα αρχίζουν.
Κατά την Bundesbank, στο τέλος Μαρτίου η γερμανική οικονομία θα μπει και τεχνικά σε ύφεση, καθώς το ΑΕΠ θα παρουσιάσει μείωση για δύο συνεχόμενα τρίμηνα (τέταρτο του 2022 και πρώτο του 2023). Παράλληλα, σύμφωνα με το επιχειρηματικό λόμπι DIHK (Ενωση Γερμανικών Επιμελητηρίων Εμπορίου και Βιομηχανίας), η φετινή χρονιά αναμένεται ζοφερή. Αν δεν τερματιστεί ο πόλεμος, στο τέλος του 2023 οι συσσωρευμένες ζημιές από την έναρξή του θα φτάσουν τα 160 δισ. ευρώ.
Αυτή θα είναι η συνολική λυπητερή για τη γερμανική οικονομία, που αντιστοιχεί σε απώλεια 4% του ΑΕΠ ή αφαίρεση 2.000 ευρώ από την τσέπη κάθε Γερμανού. Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η αιμορραγία, ούτε τι πολιτικές επιπτώσεις θα έχει στο εσωτερικό. Προς το παρόν τη νύφη πληρώνουν τα χαμηλά στρώματα και η γερμανική μεσαία τάξη αντέχει. Σύντομα ίσως νιώσει κι αυτή πόσο επώδυνο είναι να βρίσκεσαι στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».




















