Στα 16 χρόνια της πρωθυπουργίας του (2010-2026) ο Βίκτορ Ορμπαν άλλαξε 12 φορές (!) το ουγγρικό Σύνταγμα, για να ελέγξει τους «αρμούς της εξουσίας» (κατά την προσφιλή έκφραση ενός rebranded αριστερούλη με ολιγαρχικές τάσεις).
Από τους πρώτους κιόλας μήνες της θητείας του, ο «αντι-Ορμπαν» νέος πρωθυπουργός, Πέτερ Μάγιαρ, βάλθηκε να πείσει και τον πιο καλόπιστο ότι τα περί επαν-εξευρωπαϊσμού και εκδημοκρατισμού της Ουγγαρίας ήταν έπεα πτερόεντα και απλώς ήθελε να γίνει βεζίρης στη θέση του βεζίρη. Τόσο άγαρμπη, μάλιστα, ήταν η επιδρομή του στους «αρμούς», ώστε επέτρεψε στον ίδιο τον Ορμπαν -έναν δεδηλωμένα αντιφιλελεύθερο και ελάχιστα δημοκρατικό ηγέτη- να δηλώσει ότι «η τυραννία στην Ουγγαρία δεν είναι πλέον απειλή, αλλά πραγματικότητα»!
Με την πλειοψηφία δύο τρίτων, που κέρδισε το κόμμα Tisza στις εκλογές του Απριλίου, ο Μάγιαρ επέφερε σαρωτικές αλλαγές στο Σύνταγμα. Περιόρισε σε 8 χρόνια τη θητεία του πρωθυπουργού (ώστε να μπλοκάρει μια μελλοντική επιστροφή του Ορμπαν), επέβαλε όριο 12ετούς θητείας στους βουλευτές (αυτό δεν είναι κατ΄ ανάγκην άσχημο…) και υποχρέωσε τους ανώτατους δικαστές να συνταξιοδοτούνται στα 70, για να απαλλαγεί αυτομάτως από τον ορμπανικό πρόεδρο του ανωτάτου δικαστηρίου, Πέτερ Πολτ.
Το άκρον άωτον ήταν ο εκβιασμός στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Τάμας Σούλιοκ, να παραιτηθεί, στον οποίο ο ανώτατος άρχων υπέκυψε. Ως πρόσχημα χρησίμευσε η 17η συνταγματική τροπολογία, που επιτρέπει στην κυβέρνηση να παύσει τον Πρόεδρο για «σοβαρή απώλεια της κοινωνικής εμπιστοσύνης».
Μαζί με την παραίτησή του ο Σούλιοκ κατήγγειλε ωμή παραβίαση του κράτους δικαίου και διάκρισης των εξουσιών, χωρίς φυσικά το αφτί του Μάγιαρ να ιδρώσει. Προτίμησε να εκτεθεί από το να αφήσει στο προεδρικό μέγαρο έναν άνθρωπο του Ορμπαν για άλλα δυόμισι χρόνια. Εν κατακλείδι, η προηγούμενη θητεία του στην κυβέρνηση του Fidesz απέδωσε καρπούς.
