Ο Τσίπρας παραδέχθηκε την ήττα του στις προσεχείς εκλογές

31/10/18 • 11:59 | UPD 31/10/18 • 11:59

Το πρώτο βασικό πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη χθεσινή ομιλία του πρωθυπουργού στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣYΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ότι ήδη έχει παραδεχθεί την ήττα του στις προσεχείς εκλογές.

Πάνος Αμυράς

Γράφει ο Πάνος Αμυράς

Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αρνιόταν την πρόταση της Ν.Δ. να χαρακτηρισθούν αναθεωρητέες όλες οι διατάξεις που θα προταθούν από κυβέρνηση και αντιπολίτευση και οι τελικές αποφάσεις να ληφθούν από την επόμενη Βουλή. Γνωρίζει ότι την επομένη της κάλπης ο ΣΥΡΙΖΑ βία θα έχει 65 βουλευτές και το τελευταίο που θα απασχολεί τα κομματικά όργανα θα είναι ο διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας και το πώς θα γίνονται τα δημοψηφίσματα.

Ο κ. Τσίπρας απέρριψε την πρόταση κάνοντας λόγο για συνθήκες «μονομαχίας», τις οποίες ο ίδιος δεν θα νομιμοποιήσει. Ο εμπνευστής «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» χθες εμφανίσθηκε θεσμικός.

Αυτό είναι και το δεύτερο συμπέρασμα που εξήχθη από την τοποθέτηση του πρωθυπουργού. Δεν πείθει κανέναν για τις προθέσεις του, δεν τον πιστεύουν ότι επιθυμεί τον εκσυγχρονισμό του καταστατικού χάρτη της χώρας, δεν γίνονται πια αποδεκτά τα ψέματά του. Πώς αλλιώς μπορείς να χαρακτηρίσεις τον ισχυρισμό του ότι η συνταγματική αναθεώρηση απέτυχε πριν από 4 χρόνια με ευθύνη της κυβέρνησης Σαμαρά, όταν ο ίδιος προκάλεσε την πτώση της με όχημα τη μη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ο κ. Τσίπρας προσπαθεί να διαμορφώσει πολιτική ατζέντα συναίνεσης, όταν την ίδια ώρα μέσω των επικοινωνιακών του μηχανισμών προαναγγέλλει «σκληρό ροκ» κατά της αντιπολίτευσης στο δρόμο για τις κάλπες του Μαΐου.

Αλλά και επί της ουσίας οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι υποκριτικές. Για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι το Σύνταγμα θα πρέπει να αποτρέπει τη διάλυση του Κοινοβουλίου με αφορμή την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία. Ο κ. Τσίπρας, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία χρησιμοποιώντας αυτή τη διάταξη, τώρα τη θεωρεί προβληματική. Το ίδιο υποκριτική είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ στο ζήτημα του διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας. Ο πρωθυπουργός δεν δίστασε να διώξει τον Νίκο Φίλη από τη θέση του υπουργού Παιδείας όταν συγκρούσθηκε με την Εκκλησία, ενώ στο ζήτημα της συμφωνίας των Πρεσπών πρώτα ενημερώθηκε ο Αρχιεπίσκοπος από τα πολιτικά κόμματα. Τώρα θυμήθηκε το «αριστερό» του προφίλ.

Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Τα περισσότερα μέλη της κυβέρνησης εμπιστεύονται την ιδιωτική εκπαίδευση για τα παιδιά τους, αλλά δεν θέλουν μη κρατικά πανεπιστήμια όταν η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει το εκπαιδευτικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης προσελκύοντας χιλιάδες φοιτητές από τις γειτονικές χώρες και δημιουργώντας ποιοτικές θέσεις εργασίας στο επιστημονικό μας δυναμικό που σήμερα αναζητεί την τύχη του στο εξωτερικό.

Με άλλα λόγια, η διαδικασία της αναθεώρησης δεν γίνεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες της Πολιτείας, αλλά για να εξυπηρετηθούν κομματικοί τακτικισμοί και ως εκ τούτου δεν διαθέτει τις βάσεις για να πετύχει.

Η διαφορά Μητσοτάκη με Τσίπρα

Το φθινόπωρο του 2014, όταν ο Τσίπρας σχεδίαζε την επέλαση προς την εξουσία με όχημα τις προεδρικές εκλογές, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προσπαθούσε να κλείσει την αξιολόγηση έχοντας απέναντι τη δυσπιστία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που διαρκώς ανέβαζε τον πήχυ των απαιτήσεών του σε αγαστή συνεργασία με τον Σόιμπλε, διαβλέποντας πολιτικές εξελίξεις. Τότε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προειδοποιούσε τους δανειστές ότι δεν θα αναγνώριζε καμία συμφωνία, ενώ απειλούσε τους επενδυτές που θα συμμετείχαν σε διαγωνισμούς αποκρατικοποιήσεων ότι θα έχαναν τα λεφτά τους και θα αντιμετώπιζαν τη Δικαιοσύνη ως συνεργοί στο «ξεπούλημα» του δημόσιου πλούτου. Εχει όμως ο καιρός γυρίσματα. Η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται σε φάση αποδρομής με ορίζοντα που δεν ξεπερνά τον Μάιο.

Αποδυναμωμένη, όπως προκύπτει σε όλες τις δημοσκοπήσεις, βαθιά διχασμένη, όπως φαίνεται από τις εσωτερικές κόντρες ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., αποκομμένη από την κοινωνία που πληρώνει το λογαριασμό. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας που έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων θα μπορούσε σε αυτή τη φάση να ακολουθήσει το δρόμο του Τσίπρα. Να καταγγείλει την κυβέρνηση απειλώντας την επενδυτική κοινότητα. Χθες όμως ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας στην 3η Διεθνή Ευρωαραβική Σύνοδο, απηύθυνε κάλεσμα στους επενδυτές να στρέψουν το βλέμμα τους στην Ελλάδα και να αξιοποιήσουν τις μεγάλες ευκαιρίες. Η σύγκριση είναι καταλυτική, ο χαρακτήρας των δύο πολιτικών είναι εντελώς διαφορετικός, όμως υπάρχει και ένας άλλος καθοριστικός λόγος. Ο κ. Μητσοτάκης ξέρει ότι θα βρει μπροστά του ένα χάος στην οικονομία και οι επενδύσεις θα είναι η μοναδική διέξοδος.

*O Πάνος Αμυράς είναι ο διευθυντής του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής