Νέα μελέτη δείχνει ότι η καθημερινή κατανάλωση καρυδιών μπορεί να συνδέεται με μια πιο υγιεινή διατροφή, η οποία σχετίζεται με λιγότερη φλεγμονή στον οργανισμό.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για δύο χρόνια και διαπίστωσαν ότι όσοι έτρωγαν καθημερινά 30 έως 60 γραμμάρια καρύδια είχαν χαμηλότερες τιμές στον Δείκτη Φλεγμονώδους Διατροφής σε σχέση με όσους δεν κατανάλωναν καρύδια. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the Academy of Nutrition and Dietetics, παρακολούθησε 319 υγιείς ενήλικες ηλικίας 63 έως 79 ετών για δύο χρόνια. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι κατανάλωναν καθημερινά καρύδια είχαν διατροφή με χαμηλότερο φλεγμονώδες δυναμικό σε σύγκριση με όσους δεν έτρωγαν καρύδια.
Πόσα καρύδια έτρωγαν καθημερινά
Στη μελέτη, 166 συμμετέχοντες κατανάλωναν καθημερινά 30 έως 60 γραμμάρια καρύδια, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 15% της ημερήσιας ενεργειακής τους πρόσληψης. Οι υπόλοιποι 153 συμμετέχοντες αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Δεν κατανάλωναν καρύδια και περιόρισαν σημαντικά την κατανάλωση άλλων ξηρών καρπών. Έπειτα από δύο χρόνια, οι ερευνητές εξέτασαν τη διατροφή των δύο ομάδων χρησιμοποιώντας τον Δείκτη Φλεγμονώδους Διατροφής, γνωστό ως Dietary Inflammatory Index (DII). Όσοι κατανάλωναν καρύδια παρουσίασαν χαμηλότερες τιμές στον συγκεκριμένο δείκτη, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συνολική διατροφή τους είχε χαμηλότερο φλεγμονώδες δυναμικό.
Τι σημαίνει το εύρημα
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση. Οι επιστήμονες δεν μέτρησαν απευθείας τη φλεγμονή στον οργανισμό των συμμετεχόντων. Η μελέτη εξέτασε το φλεγμονώδες δυναμικό της διατροφής τους μέσω του συγκεκριμένου διατροφικού δείκτη. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η καθημερινή κατανάλωση καρυδιών από μόνη της μειώνει τη φλεγμονή στο ανθρώπινο σώμα. Τα καρύδια περιέχουν, μεταξύ άλλων, πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, φυτικές ίνες και πολυφαινόλες, συστατικά που έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών για τη σχέση τους με την υγεία. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η καθημερινή προσθήκη καρυδιών μπορεί να αποτελεί έναν απλό τρόπο βελτίωσης του συνολικού διατροφικού προτύπου, επισημαίνοντας παράλληλα ότι χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να εξεταστεί η επίδραση σε άμεσους βιοδείκτες φλεγμονής.




















