Οι γυναίκες που έχουν αποκτήσει το τελευταίο τους παιδί στη τρίτη δεκαετία της ζωής τους ζουν περισσότερο; Αυτή η ερώτηση τέθηκε από τους ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, οι οποίοι διεξήγαν μελέτη, προκειμένου να καταλήξουν σε μια πιθανή σαφή συσχέτιση.
Χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη μελέτη Long Life Family Study, οι ερευνητές ανέλυσαν πληροφορίες που συλλέχθηκαν από περισσότερες από 500 οικογένειες. Συγκρίνοντας την ηλικία της μητέρας κατά την γέννηση του τελευταίου παιδιού της και την ηλικία θανάτου, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που απέκτησαν το τελευταίο τους παιδί πριν από την ηλικία των 30 ετών είχαν λιγότερες πιθανότητες να ζήσουν μετά την ηλικία των 95 ετών από τις γυναίκες που γέννησαν σε πιο μικρή ηλικία. Προηγούμενα αποτελέσματα άλλης μελέτης είχαν δείξει ότι οι γυναίκες που γέννησαν μετά την ηλικία των 40 ετών ήταν πιο πιθανό να ζήσουν μετά την ηλικία των 100 ετών.
Ο Δρ. Θάνος Παράσχος, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ειδικός στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση και Λαπαροσκοπική Χειρουργική στο Κέντρο Εξωσωματικής Γονιμοποίησης EmBIO, τονίζει ότι τα συμπεράσματα της μελέτης μπορεί να σημαίνουν ότι οι γυναίκες που μπορούν να κάνουν παιδιά αργότερα στη ζωή τους πιθανόν να διαθέτουν ένα γονίδιο που επιβραδύνει τη γήρανση.
Ποιες οι επικοινωνιακές παγίδες της βασικής πληροφορίας της έρευνας
Όπως όμως τονίζει ο γιατρός, το πώς θα επικοινωνηθεί αυτή η πληροφορία όμως, κρύβει πολλές παγίδες. Ήδη σε πολλά άρθρα και αναρτήσεις στα social media αφήνεται να εννοηθεί ότι το να αποκτήσεις παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να σου προσθέσει χρόνια ζωής. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράματα. Και συνεχίζει λέγοντας:
«Παρόλο που υπάρχει μια πιθανή εκδοχή που μπορεί να υποστηρίξει ότι οι γυναίκες που γίνονται σε μεγαλύτερη ηλικία μητέρες φροντίζουν περισσότερο την υγεία τους, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι θα ζήσουν περισσότερα και καλύτερα χρόνια με τα παιδιά τους, η γενίκευση της πληροφορίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό τέχνασμα, προκειμένου να παροτρύνει μια γυναίκα να τεκνοποιήσει σε μεγαλύτερη ηλικία.
Οι συστάσεις που αφορούν τη γονιμότητα μιας γυναίκας παραμένουν οι ίδιες
Οι συστάσεις που συνεχίζουμε να δίνουμε οι ειδικοί γονιμότητας είναι ότι η γονιμότητα και η φυσική κατάσταση της γυναίκας είναι η καλύτερη μεταξύ 20 και 30 χρονών. Επίσης, συνεχίζουμε να παροτρύνουμε γυναίκες να καταψύξουν ωάρια σε νεότερη ηλικία, αν έχουν περάσει τα τριάντα και δεν έχουν γίνει μητέρες και συνεχίζουμε να τις ενθαρρύνουμε να κάνουν όλους τους προληπτικούς ελέγχους για να διασφαλίσουν την βέλτιστη αναπαραγωγική υγεία. Τέλος, ενημερώνουμε επαρκώς μια γυναίκα που θέλει να γίνει μητέρα σε μεγαλύτερη ηλικία για τις πιθανές επιπλοκές που μπορεί να εμφανιστούν στην εγκυμοσύνη και τις πιο μειωμένες πιθανότητες να συλλάβει ακόμα και με τη βοήθεια της εξωσωματικής.
Στόχος η διασφάλιση της καλύτερης δυνατής αναπαραγωγικής υγείας
Επιπλέον, ο Δρ. Παράσχος αναφέρει: Σήμερα γνωρίζουμε ότι πάρα πολλά γυναικολογικά προβλήματα που μπορεί ξαφνικά να αναδυθούν μπορεί να οδηγήσουν σε υπογονιμότητα μια μέχρι πρότινος γόνιμη γυναίκα, όπως για παράδειγμα η εμφάνιση ενός πολύποδα στη μήτρα, ενός ινομυώματος ή μιας κύστης ωοθηκών. Γνωρίζουμε ότι ακόμα και η αύξηση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα, αν δεν διαγνωστούν έγκαιρα. Η γυναίκα επομένως δεν θα πρέπει να δίνει σημασία σε τέτοιου είδους πληροφορίες, αλλά να εστιάζει στην καλή συνεργασία με τον γιατρό της και να κάνει όσα πρέπει για να διασφαλίσει την αναπαραγωγική της υγεία και να προγραμματίσει πότε είναι καλύτερο για εκείνη να γίνει μητέρα.
Γενικά, αυτό που έχουμε παρατηρήσει από την εμπειρία μας είναι ότι συνήθως γυναίκες που καταφέρνουν με φυσική σύλληψη να τεκνοποιήσουν αργότερα στη ζωή τους έχουν μια καλύτερη συνολική υγεία και άρα πιθανόν αυτό να προσθέτει χρόνια ζωής.
Κι από την άλλη, ακόμα και γυναίκες που αποφασίζουν να τεκνοποιήσουν σε μεγαλύτερη ηλικία με τη βοήθεια της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχουν κατά νου να φροντίσουν πολύ καλά την υγεία τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στο μητρικό ρόλο. Επίσης γνωρίζουμε ότι οι πιθανότητες να καταφέρει μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας να συλλάβει αυξάνονται, αν έχει καταψύξει ωάρια σε μικρότερη ηλικία ή χρησιμοποιήσει ωάρια δότριας μικρότερης ηλικίας.
Αν και χρειάζεται περισσότερη έρευνα σχετικά με τη συσχέτιση τεκνοποίησης και μακροζωίας, τα ευρήματα οδηγούν τους ειδικούς σε νέες θεωρίες σχετικά με τη σχέση της αναπαραγωγικής υγείας και της μακροζωίας. Η πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Menopause: The Journal of the North American Menopause Society, παρέχει πρόσθετο κίνητρο στις γυναίκες να είναι προληπτικές σχετικά με την αναπαραγωγική τους υγεία και επικεντρώνεται στο να βοηθήσει τις γυναίκες να επιτύχουν και να διατηρήσουν τη βέλτιστη αναπαραγωγική υγεία» καταλήγει ο Δρ. Παράσχος.
Τι δεν πρέπει να ξεχνάμε
Επίσης, όπως επισημαίνει ο Δρ. Παράσχος: «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι διανύουμε μια εποχή που έχουμε μείωση στις γεννήσεις στις χώρες της Δύσης και αύξηση στην ηλικία που γίνεται μια γυναίκα μητέρα. Αυτά είναι δύο σημαντικά θέματα που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε, δίνοντας μεγαλύτερη αξία σε άλλου είδους πληροφορίες. Το να εξασφαλίσουμε τις κατάλληλες κοινωνικές προϋποθέσεις, για να θελήσει μια γυναίκα να γίνει μητέρα, δεν πρέπει να εξαρτάται από υποσχέσεις για πιθανή μακροζωία. Τέλος, για κάθε γυναίκα που για πολλούς και διαφορετικούς λόγους καθυστερεί την μητρότητα, η συμβουλευτική από ένα ειδικό υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μπορεί να διασφαλίσει ότι τελικά θα καταφέρει να γίνει μητέρα στο μέλλον».






















