Έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) καταγράφει ιδιαίτερα επιβαρυμένη εικόνα για την Ελλάδα όσον αφορά τα μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά, τα οποία αποτελούν βασικές αιτίες θανάτου στη χώρα.
Η Ελλάδα κατατάσσεται σε ομάδα ευρωπαϊκών χωρών με αυξημένες προκλήσεις στην πρόληψη και διαχείριση χρόνιων νοσημάτων, μαζί με την Τσεχία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι χώρες αυτές εμφανίζουν ανεπαρκή έλεγχο βασικών παραγόντων κινδύνου και υψηλό φορτίο ασθενειών όπως τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καθώς και αυξημένα ποσοστά πρόωρης θνησιμότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η οποία βασίζεται κυρίως σε στοιχεία των ετών 2021-2022, η Ελλάδα καταγράφει 343 θανάτους από καρκίνο ανά 100.000 κατοίκους, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 271 ανά 100.000. Η επίδοση αυτή την τοποθετεί στην υψηλότερη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που περιλαμβάνονται στην ανάλυση, ενώ στο ευρύτερο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ βρίσκεται πίσω από την Ιαπωνία.
Κεντρικός δείκτης της μελέτης είναι τα DALYs (Disability-Adjusted Life Years), που αποτυπώνουν το συνολικό φορτίο μιας ασθένειας, συνυπολογίζοντας τα χρόνια ζωής που χάνονται λόγω πρόωρου θανάτου και εκείνα που ζει κάποιος με αναπηρία ή ασθένεια. Όσο υψηλότερος ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση για τον πληθυσμό και το σύστημα υγείας.
Στην Ελλάδα, τα καρδιαγγειακά νοσήματα καταγράφουν 7.207 DALYs ανά 100.000 κατοίκους, υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (6.823). Στον καρκίνο, ο δείκτης φτάνει τα 6.748 έναντι 5.789 στην ΕΕ, ενώ στα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα ανέρχεται σε 1.291 έναντι 1.126. Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 καταγράφεται ελαφρώς χαμηλότερο φορτίο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 961 έναντι 983 DALYs.
Η έκθεση συνδέει την εικόνα αυτή με υψηλή έκθεση σε παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα (29%), η παχυσαρκία (34%) και η μέση ετήσια κατανάλωση περίπου 7 λίτρων καθαρής αλκοόλης ανά ενήλικα. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλά ποσοστά καπνίσματος και παχυσαρκίας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι το 77% του φορτίου των καρδιαγγειακών νοσημάτων αποδίδεται σε τροποποιήσιμους παράγοντες, όπως ο τρόπος ζωής, η διατροφή και η φυσική δραστηριότητα. Αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονται και για τα αναπνευστικά νοσήματα (55%) και τον καρκίνο (45%).
Σε επίπεδο θνησιμότητας, η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερους δείκτες σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, ιδιαίτερα στα καρδιαγγειακά και στον καρκίνο, γεγονός που υποδηλώνει αυξημένη επιβάρυνση και προκλήσεις στην αποτελεσματική διαχείριση των ασθενών.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι δείκτες αυτοί αντανακλούν όχι μόνο τη συχνότητα των νοσημάτων αλλά και την αποτελεσματικότητα της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Ο οργανισμός καταλήγει ότι απαιτούνται ισχυρότερες πολιτικές πρόληψης, καλύτερος έλεγχος παραγόντων κινδύνου και ενίσχυση των συστημάτων υγείας για τη μείωση του αυξανόμενου φορτίου των χρόνιων νοσημάτων στη χώρα.
- Γωγώ Μαστροκώστα: Συγκινούν τα λόγια του καθηγητή της Βικτώριας – Τι είπε για τους γονείς της
- Ολυμπιακός: Οι ερυθρόλευκοι πρωταγωνιστές της Euroleague αποκαλύπτουν τα συναισθήματά τους μετά το buzzer
- Αμερικανός αλπινιστής καταρρίπτει το ρεκόρ της ταχύτερης ανάβασης στο Έβερεστ
- Είμαι σταματημένος στη μέση διασταύρωση λόγω κίνησης – Είμαι παράνομος;
- Θρήνος στην Κρήτη για τον 33χρονο γιατρό – Σε κλίμα οδύνης η κηδεία του – Έπεσε η αυλαία στην τραγική υπόθεση























