Συνάντησα για τρίτη φορά τον κορυφαίο Κουβανό συγγραφέα Λεονάρδο Παδούρα, με αφορμή το νέο βιβλίο του «Αβάνα: Περιπλανήσεις στον χώρο και στον χρόνο» (εκδόσεις «Καστανιώτη»), στα γραφεία του εκδοτικού οίκου.
Με ένα μικρόφωνο ανάμεσά μας, η συζήτησή μας ξεδίπλωσε την ιστορία μιας πόλης που δοκιμάζεται από την παρακμή, αλλά εξακολουθεί να ανασαίνει μέσα από τις αισθήσεις, τις μυρωδιές και τις λέξεις της. Ο Παδούρα, με λόγο βαθύ και ποιητικό, μετατρέπει έναν προσωπικό, υπαρξιακό εξορκισμό σε μια οικουμενική μαρτυρία για την απώλεια της ελπίδας, τη σκληρή πραγματικότητα της πατρίδας του, αλλά και την ανάγκη της λογοτεχνίας να παραμένει πιστή στην αλήθεια.
Χαρακτηρίζετε τη συγγραφή αυτού του βιβλίου ως μια άσκηση εξορκισμού. Τι είναι αυτό που έπρεπε, τελικά, να διώξετε από μέσα σας;
Πιστεύω πως η γραφή είναι πάντα μια πράξη απελευθέρωσης. Κάποιοι άνθρωποι καταφεύγουν σε αυτήν επειδή έχουν μέσα τους πράγματα που αναζητούν έναν τρόπο να εκφραστούν. Οσα περιέχονται σε αυτό το βιβλίο είναι μια συσσώρευση από έγνοιες, ανησυχίες και προβληματισμούς για την πόλη, που με συνοδεύουν σε όλη μου τη ζωή.
Είναι ένα βιβλίο που γραφόταν μέσα μου για πολλά χρόνια, το μόνο που έλειπε ήταν να αποτυπωθεί στο χαρτί. Η στιγμή αυτή ήρθε σε μια περίοδο έντονης παρακμής για την Αβάνα. Ισως η μοίρα που την περιμένει να είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί και η πόλη του μέλλοντος να μην είναι πλέον η δική μου Αβάνα, αυτήν που έχω καταγράψει στο βιβλίο.
Γι’ αυτό το έργο λειτουργεί ως μια μαρτυρία της ιστορικής και προσωπικής σχέσης μου με την πόλη. Είναι ένα ετερογενές βιβλίο, που αναμιγνύει τη δημοσιογραφία, το ρεπορτάζ και το χρονικό – με λογοτεχνικά αποσπάσματα από παλαιότερα μυθιστορήματά μου, έχοντας στον πυρήνα του έναν δοκιμιακό προβληματισμό.
Από την αρχή η πρόθεσή μου ήταν ξεκάθαρη: ήταν ένα βιβλίο που ήθελα για χρόνια να γράψω και ήρθε η στιγμή να το κάνω.
Γράφετε ότι το να ανήκεις στην Αβάνα είναι μια «αμετάκλητη ευλογία ή συμφορά». Πώς ισορροπεί η λογοτεχνία ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα;
Δεν ξέρω πού βρίσκεται αυτή η ισορροπία. Εγώ προσπαθώ να γράψω για την πόλη και, κυρίως, για τους ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτήν. Η πόλη είναι ο χώρος, η σκηνή που έχει τα δικά της νοήματα, όμως το σημαντικό στα μυθιστορήματα είναι οι χαρακτήρες που κινούνται μέσα σε αυτόν τον χώρο.
Βέβαια, το φυσικό περιβάλλον επηρεάζει πάντα τους ανθρώπους. Μια πόλη που βρίσκεται μπροστά στη θάλασσα, όπως η Αβάνα, κουβαλά αυτό το στοιχείο στη ζωή και στην ψυχολογία των κατοίκων της. Ομως, τα συναισθήματα που διαμορφώνουν τους ανθρώπους, ο φόβος, ο πόνος, η οδύνη, η αγάπη και η ήττα, είναι οικουμενικά.
Γράφω από την προοπτική μιας συγκεκριμένης χώρας και μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής, αλλά πάντα προσπαθώ να δημιουργώ γέφυρες με το οικουμενικό. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο τοπικό, αυτή πρέπει να είναι η πρόθεση κάθε συγγραφέα.
Τοποθετώ τους χαρακτήρες μου στην Αβάνα, αλλά πάντα προσπαθώ να κοιτάζω πέρα από το τείχος της Μαλεκόν. Η Μαλεκόν είναι η παραλιακή λεωφόρος της πόλης, το σημείο όπου τελειώνει η στεριά και αρχίζει η θάλασσα. Για την Αβάνα αυτό το μικρό τείχος είναι ταυτόχρονα ένα όριο και ένα σύμβολο: η αρχή και το τέλος της πόλης.
Δεν είναι τυχαία αυτή η αναφορά. Συνδέεται με έναν από τους πιο γνωστούς στίχους της κουβανικής λογοτεχνίας, του Βιρχίλιο Πινιέρα: την ιδέα της συνθήκης του να σε περιβάλλει νερό από όλες τις πλευρές. Αυτή η αίσθηση της νησιωτικότητας, της απομόνωσης, αλλά και της μοναδικής σχέσης με τη θάλασσα, είναι βαθιά χαραγμένη στην ταυτότητα της Αβάνας.

Πώς ορίζετε την «ξενότητα» που νιώθετε στην ίδια σας την πόλη και γιατί αυτή η αποξένωση είναι χρήσιμη σε έναν συγγραφέα;
Πιστεύω ότι η αίσθηση μιας πόλης που γίνεται όλο και πιο ξένη προς κάποιον είναι ένα συναίσθημα σχεδόν οικουμενικό και στις μέρες μας γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Οι πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο αλλάζουν με ρυθμούς ταχύτερους από ποτέ. Ολόκληρες περιοχές μεταμορφώνονται, αλλάζει η φυσιογνωμία τους, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται και κάποιος μπορεί ξαφνικά να αισθανθεί ότι κατοικεί σε έναν χώρο που δεν είναι πια ο ίδιος.
Ομως, η ξενότητα δεν αφορά μόνο την υλική μορφή μιας πόλης. Αφορά και τη σχέση που δημιουργούμε μαζί της. Με το πέρασμα του χρόνου αλλάζουν τα σημεία αναφοράς μας, οι μνήμες μας, οι σχέσεις μας με τους τόπους που κάποτε θεωρούσαμε οικείους.
Υπάρχουν, βέβαια, και βαθύτερες, πιο οριστικές ρήξεις. Ο συγγραφέας Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν είχε μιλήσει για μια προολυμπιακή και μια μεταολυμπιακή Βαρκελώνη, αναφερόμενος στις μεγάλες αλλαγές που επέφεραν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Αντίστοιχα, στην Αβάνα υπάρχει μια προεπαναστατική και μια μεταεπαναστατική πόλη.
Η Αβάνα έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές -υλικές, πραγματικές, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται και γίνεται αντιληπτή-, ώστε κάποιος που έχει ζήσει πολλά χρόνια μέσα της μπορεί να νιώσει ξένος απέναντί της.
Επιπλέον, κάθε γενιά βλέπει την πόλη μέσα από τη δική της οπτική: τι της προσφέρει και τι αναζητά μέσα σε αυτήν. Οταν αυτή η οργανική σχέση διακόπτεται, γεννιέται το αίσθημα της ξενότητας. Και για έναν συγγραφέα αυτή η απόσταση μπορεί να γίνει ένας τρόπος βαθύτερης παρατήρησης και κατανόησης του κόσμου γύρω του.
Περιγράφετε μια πόλη όπου τα φώτα σβήνουν και τα κτίρια καταρρέουν. Πώς γράφει κανείς για την παρακμή χωρίς να χάσει την ελπίδα του;
Προσπαθώ να συλλογίζομαι και να προβληματίζομαι πάνω στην πραγματικότητα που υπάρχει γύρω μου. Οσα περιγράφω σε αυτό το βιβλίο για την Αβάνα αποτελούν μέρος μιας οπτικής που υπάρχει και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά μου για την πόλη.
Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια διαδικασία παρακμής και αποσύνθεσης της κουβανικής κοινωνίας, η οποία αποτυπώνεται στο βιβλίο. Αυτή η διαδικασία είναι εμφανής στα κτίρια της πόλης, αλλά μπορεί κανείς να τη διακρίνει και στη συμπεριφορά των ανθρώπων που ζουν μέσα σε αυτήν. Το ζήτημα για έναν συγγραφέα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην αγάπη, στην ελπίδα ή την απόρριψη, αλλά να έχει την ικανότητα και την πρόθεση να εξετάσει σε βάθος την πραγματικότητα.
Ενα από τα πιο ορατά στοιχεία της σημερινής κατάστασης στην Κούβα είναι η απώλεια της ελπίδας. Αυτό φαίνεται στην πόλη, αλλά, κυρίως, το αισθάνονται οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον υπάρχει μία λογοτεχνία και ένας κινηματογράφος που αντανακλούν αυτήν τη διαδικασία.
Πάντα λέω ότι δεν είμαι ο δημιουργός αυτής της πραγματικότητας, είμαι αυτός που γράφει γι’ αυτήν. Αν προσπαθούσα να μετατρέψω μια ιστορία παρακμής σε μια ιστορία θριάμβου, θα πρόδιδα την ίδια την πραγματικότητα που περιγράφω.
Η ασπίδα μου απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική για το έργο μου είναι ότι η λογοτεχνία μου δεν περιέχει κανένα ψέμα για την κουβανική πραγματικότητα. Μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές αλήθειες, γιατί η αλήθεια έχει πολλές πλευρές. Ομως, αυτό που ονομάζουμε απόλυτο ψέμα δεν υπάρχει στις σελίδες μου.
Δίνετε τεράστια έμφαση στη μυρωδιά και τη φασαρία των δρόμων. Πώς μετατρέπετε κάτι τόσο εφήμερο σε μόνιμο υλικό γραφής;
Οι πόλεις δεν είναι μόνο το φυσικό ή το υλικό τους περιβάλλον, είναι και οι αισθήσεις που προκαλούν. Οπως τα έντονα χρώματα χαρακτηρίζουν τις πόλεις του Μεξικού, έτσι και οι μυρωδιές μπορούν να γίνουν ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα ενός τόπου.
Συνδέω πάντα την παλιά Αβάνα με τη βαριά μυρωδιά του μεθανίου από τις παλιές σωληνώσεις, αλλά και με τις τροπικές μυρωδιές των φυτών και των φρούτων που πλημμυρίζουν την πόλη. Και, βέβαια, υπάρχει η θάλασσα, ένα στοιχείο καθοριστικό για την ταυτότητά της. Η Αβάνα είναι μια πόλη που αναπνέει διαρκώς αυτήν τη θαλασσινή αύρα.
Στο βιβλίο γράφω ότι όλα τα καλά και όλα τα κακά στην Αβάνα έχουν έρθει από τη θάλασσα. Αν δεν υπήρχε αυτός ο κόλπος, η πόλη θα ήταν μια εντελώς διαφορετική πόλη.

«ΑΒΑΝΑ: ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ»
ΛΕΟΝΑΡΔΟ ΠΑΔΟΥΡΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΣΕΛ.: 418
Στην ελληνική έκδοση από τον Καστανιώτη, το βιβλίο ταξιδεύει σε ένα εντελώς νέο κοινό. Πώς νιώθετε όταν ένας τόσο προσωπικός σας εξορκισμός γίνεται οικουμενικός;
Στην τέχνη πρέπει πάντα να προσπαθούμε να δημιουργούμε γέφυρες με το οικουμενικό. Κάποιες φορές το καταφέρνουμε και κάποιες όχι. Η Αβάνα έχει μια ιστορία πεντακοσίων χρόνων και, παρόλο που δεν έχει το βάθος των τριών χιλιάδων χρόνων της Αθήνας, είναι μια πόλη με σημαντική ιστορική μνήμη.
Πιστεύω ότι όσα συμβαίνουν στην Αβάνα αντανακλούν ζητήματα που αφορούν πολλές πόλεις του κόσμου: οι αλλαγές στις γειτονιές, η μεταμόρφωση των αστικών χώρων, η σχέση των ανθρώπων με τον τόπο τους. Αυτά είναι στοιχεία που επιτρέπουν σε ένα βιβλίο να συνομιλήσει με αναγνώστες διαφορετικών χωρών.
Το βιβλίο αυτό κυκλοφορεί στην Ελλάδα έπειτα από οκτώ ή εννέα προηγούμενα έργα μου που έχουν εκδοθεί εδώ. Οι εκδόσεις «Καστανιώτη» έχουν στηρίξει τη δουλειά μου όλα αυτά τα χρόνια και η παρουσίαση στο Φεστιβάλ LEA, με ένα γεμάτο αμφιθέατρο, είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας: του συγγραφέα, του μεταφραστή, του εκδότη και των δημοσιογράφων που κάνουν ένα βιβλίο ορατό.
Ο συγγραφέας οφείλει να νιώθει ευγνωμοσύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που βοηθούν τη λογοτεχνία να φτάσει στους αναγνώστες. Σε έναν κόσμο γεμάτο περισπασμούς, πρέπει όλοι μαζί να προσπαθούμε, ώστε το βιβλίο να καταλαμβάνει τη θέση που του αξίζει.

















![Πόσο επηρέασε τα ακίνητα ο πόλεμος στον Περσικό [γράφημα]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2025/10/katoikies-spitia-1024x683.jpg)




