Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Το σινεμά της «άμμου» από τον Γιάννη Γρηγοράκο

8 λεπτά
Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Το σινεμά της «άμμου» από τον Γιάννη Γρηγοράκο
Το σινεμά της άμμου

«The end. Bye!», φώναζε ο γνωστός ηθοποιός στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Η Παριζιάνα», κουνώντας την τραγιάσκα του στην ομάδα των συγκεντρωμένων συμπρωταγωνιστών του, ενώ έβγαινε από το πλάνο.

Εμείς, τα πιτσιρίκια, από κάτω, παίρνοντας αυτή την ατάκα, θα την κάναμε σύνθημά μας και θα τη φωνάζαμε σε κάθε ευκαιρία.

Την ίδια στιγμή, ένα μικρό ξύλινο σκάφος θα άραζε στη μικρή προβλήτα της Πέρδικας και ο γνωστός ηθοποιός, που πριν λίγο βρισκόταν στην οθόνη, θα πηδούσε στη στεριά για να το δέσει. Αυτός και η παρέα του είχαν αποφασίσει να περάσουν ένα ήσυχο Σαββατόβραδο στο φημισμένο ψαροχώρι της Αίγινας.

Ο συγγραφέας Γιάννης Γρηγοράκος

Ο συγγραφέας Γιάννης Γρηγοράκος

Η οθόνη, τι οθόνη, ένα απλό άσπρο τεντωμένο πανί ήταν, του κινηματογράφου φαινόταν από το σημείο που έδεσε το ταχύπλοο και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς είδε τον εαυτό του από τη θάλασσα, καθώς πλησίαζε, και κατάλαβε ότι δεν θα περνούσε απαρατήρητος.

Δεν πείραζε όμως, ήταν εξοικειωμένος με την αγάπη του κόσμου στο πρόσωπό του. Αν και δευτεραγωνιστής, ο «Κοκός», το πρόσωπο που υποδυόταν στην ταινία, ήταν αυτός που θα άφηνε την πινελιά του στον χρόνο με την ατάκα του.

Εμείς, τα πιτσιρίκια, με το που άναψαν τα φώτα, πήραμε τα αυτοσχέδια καρεκλάκια μας και ξεχυθήκαμε στα δρομάκια του χωριού για να φτάσουμε στα σπίτια μας.

Το σινεμά της παραλίας είχε κάνει ακόμη μία φορά το θαύμα του. Μας γέμισε εικόνες και όνειρα, ικανά να μας ταξιδέψουν όλο το βράδυ, αλλά μερικές φορές και όλη μας τη ζωή.

Δεν ήταν ένας απλός κινηματογράφος ο «σινεμάς του κυρ-Αντώνη».

Στημένος στην αμμουδιά της παραλίας του χωριού, με κάτι καρέκλες που τα πόδια τους χώνονταν στην άμμο, εξυπηρετούσε για πολλά χρόνια την προ-τηλεόρασης εποχή, φέρνοντας έργα από τον παλιό, τότε σύγχρονο, καλό κινηματογράφο. Το αντίτιμο ήταν ελάχιστο, αν καθόσουν στις καρέκλες, και, αν έφερνες το δικό σου καρεκλάκι και ήσουν πιτσιρίκι, όπως εμείς, δεν πλήρωνες και τίποτα. Το πανί, στερεωμένο σε μια πλαγιασμένη κολόνα της ΔΕΗ και στον τοίχο από το παλιό λιοτρίβι του χωριού, μερικές φορές «έτρωγε» και κάνα χαλίκι, αν η σκηνή που παιζόταν δεν μας ικανοποιούσε.

«Παρακαλούνται τα παιδάκια να μη ρίχνουν πέτρες στην οθόνη. Θα διακόψουμε την προβολή του έργου».

Φώναζε μάταια ο κυρ Αντώνης, γιατί στην επόμενη σκηνή που δεν συμφωνούσε η ομήγυρη, πάλι είχαμε δράματα.

Αργότερα, όταν ψιλομεγαλώσαμε και δεν ήταν «trendy», που θα λέγαμε και σήμερα, να καθόμαστε στα σκαμνάκια, παίρναμε θέση στις μπροστινές σειρές ή στις ακριανές και, λίγο πριν ανάψουν τα φώτα, πεταγόμασταν τρέχοντας και φεύγαμε για να μην πληρώσουμε το αντίτιμο. Τι είχε κάνει ο καημένος ο κυρ Αντώνης για να σταματήσει αυτή τη διαρροή δεν λέγεται. Αλλά εμείς απτόητοι. Βλέπεις, δεν υπήρχε μάντρα για να μας κρατήσει μέσα στον χώρο. Η παράσταση στηνόταν στην άμμο, τη δική μας άμμο, και το είχαμε πάρει πατριωτικά το ζήτημα, ότι εμείς δεν πληρώνουμε για κάτι που μας ανήκει. Βέβαια, ο κυρ Αντώνης είχε και έναν άλλο κινηματογράφο, πιο επαγγελματικό, στη Σουβάλα, που πλήρωνες είσοδο για να μπεις, και η ταινία έπαιζε πρώτα εκεί και μετά ερχόταν σ’ εμάς τους μπαταχτζήδες. Οπότε κάπως έβγαινε το μεροκάματο.

Οταν μεγαλώσαμε ακόμη λίγο και είχαμε βαρεθεί το φευγιό, μας είχε πιάσει και μερικές φορές το χέρι του κυρ Αντώνη και το διφραγκάκι που έπρεπε να πληρώσουμε μάς έβγαινε πολύ βαρύ, αρχίσαμε τις βόλτες τριγύρω. Ηταν, βλέπεις, και η εποχή που αρχίσαμε να «μυρίζουμε» στην ατμόσφαιρα την αύρα του θηλυκού, οπότε δεν μας γοήτευε τόσο το πανί.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Λύναμε τότε καμιά βάρκα και, σιγά σιγά, για να μη μας πάρουν χαμπάρι, την προσαράζαμε στην αμμουδιά και βλέπαμε την οθόνη από τη θάλασσα. Αυτή, φυσικά, η προνομιακή θέση είχε πολλά «κομφόρ». Προνοούσαμε και προμηθευόμασταν από νωρίς τον πασατέμπο από τον Νεκτάριο και, μαζί με τη γκαζόζα, την κάναμε ταράτσα και κάποιες φορές είχαμε και συνοδεία από κάποια άφοβη ύπαρξη, πάντα φυσικά με συνοδό κάποιο ξαδελφάκι της για «ξεκάρφωμα».

Αργότερα θα περνούσαμε επιδειχτικά μέσα από τον σινεμά, όταν έκανε διάλειμμα, με κιθάρες και πετσέτες για βραδινό μπάνιο και θα πηγαίναμε στον κάβο για «ξελαρύγγιασμα». Είχαμε την πεποίθηση ότι όλο και κάποιος θα μας ακολουθούσε και τις περισσότερες φορές είχε επιτυχία.

Αυτά μέχρι να έρθει η τηλεόραση και να κόψει τα θερινά σινεμά που ανθούσαν σε κάθε γειτονιά σαν το γιασεμί.

Εμείς όμως τα προλάβαμε και μάλιστα στις πιο αγνές τους στιγμές. Μία παραλία, ένα κομμάτι αμμουδιά, με άπειρους όμως κόκκους άμμου, όσο οι κόκκοι της ευτυχίας που προσδοκούσαμε.

Αν και μεγαλωμένος σε μια πόλη με τους πιο ιστορικούς θερινούς κινηματογράφους, την Μπομπονιέρα και τη Χλόη, στην Κηφισιά, το σινεμά της άμμου είναι αυτό που με σημάδεψε. «The end. Bye!»

Ειδήσεις Σήμερα
Ακολουθήστε το EleftherosTypos.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο EleftherosTypos.gr
ΣΧΟΛΙΑ
Σχολιασμός

Tο eleftherostypos.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Exit mobile version