Ο «Ελεύθερος Τύπος» αγαπά τον πολιτισμό και τις Τέχνες. Κάθε καλοκαίρι γνωστοί συγγραφείς γράφουν για τους αναγνώστες ανέκδοτα διηγήματα.
Για έβδομη χρονιά η εφημερίδα μας φιλοξενεί διηγήματα και φέτος αναφέρονται στα θερινά σινεμά. Τα θερινά σινεμά προσφέρουν μια μοναδική ατμόσφαιρα χαλάρωσης, συνήθως σε αυλές ή ταράτσες στολισμένες με γιασεμί και βασιλικούς. Είναι υπαίθριοι κινηματογράφοι όπου απολαμβάνεις ταινίες κάτω από τον έναστρο ουρανό. Το κυριότερο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το ελληνικό καλοκαίρι προσφέροντας δροσιά και αποτελώντας μια αγαπημένη έξοδο.
Κάποτε οι συγγραφείς έγραφαν κατά παραγγελία ανέκδοτα διηγήματα σε εφημερίδες, περιοδικά και διαβάζονταν με μεγάλη αγάπη. Μετά επικράτησε η μόδα να γράφονται νουβέλες και μυθιστορήματα που γίνονταν βιβλία. Ακόμη και σήμερα, που από την οθόνη μαθαίνουμε τόσα πράγματα, δεν έχουμε σχέση με αυτά που γράφει ο συγγραφέας και μας διηγείται. Είναι η γλώσσα της ψυχής που γοητεύει την ψυχή μας και αγκαλιάζει τη θέρμη της ύπαρξής μας.
Τριάντα επτά σύγχρονοι Ελληνες συγγραφείς μάς ταξιδεύουν και μας δροσίζουν με την πένα τους. Οι περιγραφές για τα θερινά σινεμά μέσα από τη γραφή αποκτούν μια νέα δυναμική, αφού το προσωπικό ύφος των δημιουργών μάς δίνει την ευκαιρία να απολαύσουμε τις διηγήσεις και τις αφηγήσεις. Κάθε εφημερίδα είναι εστία πολιτισμού. Η δική μας εφημερίδα αγαπά το βιβλίο και σας χαρίζει υπέροχες στιγμές με τα καλοκαιρινά αναγνώσματα. Σας καλωσορίζουμε στον κόσμο της συγγραφής.
Στα θερινά σινεμά

Από τη συγγραφέα ΕΡΙΚΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Από μικρός είχε μια μανία με τις επαναλήψεις. Δημιουργούσαν ασφάλεια. Ετσι, που κάποια στιγμή είχε αποφασίσει να επαναλάβει την τάξη στο σχολείο. Του άρεσε η περίοδος της ιστορίας εκείνης της χρονιάς, είχε κατανοήσει επιτέλους τα μαθηματικά και ήξερε τα θέματα της έκθεσης. Γιατί να πάει στην επόμενη τάξη που δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε; Η συγκεκριμένη όμως επανάληψη τον έπεισε ότι δεν ήταν όλες οι επαναλήψεις καλές. Ετσι δεν το επιχείρησε ξανά.
Στα παραμύθια όμως ήταν ανένδοτος. Η λέξη «πάλι» ήταν η αγαπημένη του από όταν ξεκίνησαν να του διαβάζουν παραμύθια. «Πάλι!». Για ποιον λόγο να ακούσει ένα νέο παραμύθι αφού ήξερε ότι υπήρχε κάποιο που του άρεσε σίγουρα; Οι γονείς του είχαν επιχειρήσει να του ξυπνήσουν το ενδιαφέρον για νέα βιβλία, του έδειχναν εντυπωσιακά εξώφυλλα και μιλούσαν για νέες περιπέτειες. Αυτός όμως ήταν ανένδοτος. Εδειχνε το ίδιο παραμύθι, με το ίδιο ταλαιπωρημένο εξώφυλλο και επαναλάμβανε «Πάλι».
Γιατί να στενοχωριέται με κακούς λύκους και δύστροπες βασιλοπούλες όταν υπήρχε ένα παραμύθι με ένα τόσο ωραίο δάσος και εντυπωσιακά πλάσματα; Ενα παραμύθι που ήξερε ότι θα του αρέσει; Ενα παραμύθι που δεν θα είχε αγωνία για το τέλος;
Ο κινηματογράφος για αυτόν υπήρξε καλοκαιρινή αποκάλυψη, καθώς στο θέρετρο που πήγαιναν με τους γονείς του διακοπές υπήρχαν δύο θερινοί κινηματογράφοι. Ενας που έπαιζε κυρίως έργα ενηλίκων κι ένας που εστίαζε σε περιπέτειες για παιδιά.
Εκεί «γνώρισε» τον Τέρενς Χιλ και τον Μπαντ Σπένσερ. Ενα δίδυμο ηθοποιών αχτύπητο, παρότι αντάλλασσαν πολλά χτυπήματα μεταξύ τους και με άλλους. Ο πονηρός γοητευτικός ξανθός με τον βαρύ μουσάτο μελαχρινό που μπορούσαν να φέρουν το χάος αλλά και να εξασφαλίσουν τη δικαιοσύνη. Τα έργα παίζονταν δύο ημέρες στη σειρά κι έτσι μπορούσε να βλέπει κάθε έργο σε επανάληψη. Μετά από δύο εβδομάδες το έργο επανερχόταν για νέους παραθεριστές κι έτσι μπορούσε να το ξαναδεί, καθώς, εκτός από τις δύο εβδομάδες που παραθέριζαν, επέστρεφαν εκεί συχνά με τους γονείς του τα Σαββατοκύριακα. Τον ενθουσίαζε όταν έπαιζαν έργα με το αγαπημένο του δίδυμο, καθώς ακόμα κι αν δεν τα είχε δει, είχαν έντονο το στοιχείο της επανάληψης. Υπήρχε το μοτίβο που αναγνώριζε. Ηξερε ότι κάποιο πείραγμα του Τέρενς Χιλ θα τον οδηγούσε σε δύσκολες καταστάσεις κι όταν τα πράγματα θα σκούραιναν θα εμφανιζόταν ο εύσωμος φίλος του, χοντρός το έλεγαν τότε, και θα πέταγε δεξιά κι αριστερά τους εχθρούς. Ενα ξύλο που δεν έδειχνε βίαιο αλλά μόνο αστείο.

Κι όσο μεγάλωνε συνέχιζε να αγαπάει τις επαναλήψεις και για αυτό τους θερινούς κινηματογράφους. Αλλοι τους αγαπούσαν επειδή μπορούσες να απολαύσεις την ταινία κάτω από τα αστέρια, άλλος επειδή μοσχοβολούσαν γιασεμί κι άλλοι για τις πίτσες και τα σουβλάκια που μπορούσες να καταναλώνεις κατά τη διάρκεια της ταινίας, σκεπάζοντας το άρωμα από το γιασεμί.
Το καλοκαίρι για αυτόν ξεκινούσε με το που άνοιγε ο αγαπημένος του θερινός κινηματογράφος, πάντα με την ίδια ταινία «All that jazz». Η μουσική της, ο ρυθμός της, η αυξανόμενη ένταση που οδηγούσε στην κορύφωση που γνώριζες, ήταν ό,τι καλύτερο για να ξεκινήσει η σεζόν. Από εκεί και πέρα ξεκινούσε το κυνήγι να βρει τους κινηματογράφους που έπαιζαν ταινίες που του άρεσαν. Οσο περισσότερες φορές είχε δει την ταινία τόσο το καλύτερο. Ευτυχώς αυτό ήταν εύκολο στους θερινούς κινηματογράφους. Επαιζαν συνήθως επαναλήψεις, σε αντίθεση με τους χειμερινούς που έπαιζαν νέες παραγωγές. Επαναλήψεις από τις ταινίες του χειμώνα, επαναλήψεις από ταινίες cult. Παλιοί κινηματογράφοι, παλιές ταινίες και καθισμένος με μια μπίρα στο χέρι, περίμενε με αγωνία να ακούσει την αγαπημένη του ατάκα, ψιθυρίζοντάς την μαζί με τους ηθοποιούς και πάντα το τέλος τον δικαίωνε, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα υπήρχαν εκπλήξεις.
Οσο όμως τα χρόνια περνούσαν οι νέες ταινίες πλήθαιναν και οι δικές του επιλογές συρρικνώνονταν. Οι θερινοί κινηματογράφοι έπαιζαν όλο και λιγότερο επαναλήψεις και το κοινό όλο και περισσότερο προτιμούσε να βλέπει τα 152 επεισόδια της αγαπημένης του σειράς, στον καναπέ του, αποφεύγοντας κουνούπια και τη συγκίνηση που μπορεί να σου προξενήσει η πανσέληνος σε έναν θερινό κινηματογράφο, ενώ τα τριζόνια επηρεάζουν τον ήχο του ντόλμπι στέρεο.
Δοκίμασε και αυτός την επανάληψη στο σπίτι. Κάπως έτσι είχε δει την αγαπημένη του ταινία, την «Παραγγελιά», 68 φορές μετρημένες και κάποιες ακόμα αμέτρητες. Με το που ερχόταν όμως το καλοκαίρι έψαχνε σε όλους τους θερινούς κινηματογράφους να δει πού παιζόταν. Σαν να έχανε σε ένταση η σκηνή όταν δεν υπήρχε η αντίδραση των γύρω σου όταν σηκωνόταν ο πρωταγωνιστής να χορέψει.

Και κυνηγώντας την επανάληψη γνώρισε ένα σωρό εκπλήξεις. Εφαγε λουκουμάδες σε πορσελάνινο πιατάκι σε ένα θερινό σε ορεινό χωριό της Σάμου, χρειάστηκε ομπρέλα σε έναν παραλιακό κινηματογράφο της Αίγινας, διέσχισε τις εγκαταλελειμμένες γραμμές του τρένου για να δει ταινία σε έναν παλιό σταθμό τρένου της Καλαμάτας, διηγήθηκε το τέλος της ταινίας σε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που φαίνονταν απαρηγόρητοι όταν λόγω καύσωνα κάηκε η μηχανή προβολής και δεν ολοκληρώθηκε η ταινία, έκλαψε δίπλα σε μια κοπέλα σε έναν κινηματογράφο της Αστυπάλαιας, που έπαιζε παλιές σοβιετικές ταινίες. Είχε ψάξει πολύ για το πού θα μπορούσε να ξαναδεί την ταινία «Ο πρώτος μου δάσκαλος», μια ταινία που τον έκανε πάντα να δακρύζει, και η Αστυπάλαια του είχε φανεί λογική λύση.
Του άρεσε να ξαναζεί μαγικές στιγμές γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Οπου και να βρισκόταν ο ίδιος, σε ταράτσα, κήπο, αυλή, σε νησί ή στην Αθήνα, όσοι θεατές και να υπήρχαν στον κινηματογράφο οι ήρωες θα έκαναν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, θα ερωτεύονταν, θα νικούσαν ή θα έχαναν.
Η μανία της επανάληψης τον είχε οδηγήσει σε μέρη που δεν φανταζόταν, τον είχε κάνει να γνωρίσει μοναδικές εμπειρίες. Η ζωή ήταν ούτως ή άλλως γεμάτη εκπλήξεις, τα βράδια όμως ήταν αφιερωμένα στις ιστορίες σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Κι αυτός ήθελε να γνωρίζει τι θα συμβεί. Οι θερινοί κινηματογράφοι του έδιναν αυτό που χρειαζόταν. Την επανάληψη. Την επανάληψη ενός παραμυθιού που αγαπούσε, το ακούραστο «πάλι» στο οποίο υπέκυπταν τελικά πάντα οι γονείς του.


