Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γιαννακάκη, «Κρητικό πιλάφι» (Εκδόσεις «Πατάκη»), αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη κατάδυση στη μνήμη, στην ενοχή και τη μητρική αγάπη, με φόντο μια Κρήτη που διαπερνά κάθε σελίδα του βιβλίου, άλλοτε ως καταφύγιο και άλλοτε ως πεδίο σύγκρουσης.
Με αφορμή ένα κυριακάτικο τραπέζι και την τελετουργία της παρασκευής του παραδοσιακού γαμοπίλαφου, η Αλεξάνδρα, συνταξιούχος λυκειάρχης, αναμετριέται με τα τραύματα, τις σιωπές και τις αποφάσεις που σημάδεψαν τη ζωή της. Πίσω από τις μυρωδιές της κουζίνας ξεδιπλώνεται μια ιστορία που συνομιλεί με τις αντιφάσεις της σύγχρονης Κρήτης, τις κοινωνικές πληγές της και τα διλήμματα που δοκιμάζουν τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης. Με αφορμή αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, συνομιλούμε με τη συγγραφέα για τη μνήμη, την ευθύνη, τη συγχώρεση και τις αλήθειες που αντέχουμε ή δεν αντέχουμε να αντικρίσουμε
Το γαμοπίλαφο είναι ίσως το πιο γιορτινό φαγητό της κρητικής παράδοσης. Πώς αποφασίσατε να το μετατρέψετε σε σύμβολο μνήμης, ενοχής και απώλειας;
Το κρητικό πιλάφι είναι σίγουρα παραδοσιακό, αλλά όχι μόνο γιορτινό. Είναι ένα φαγητό που οι νοικοκυρές έφτιαχναν και ακόμη φτιάχνουν. Τουλάχιστον στις οικογένειες με άτομα μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας (φαντάζομαι όχι πια από άτομα της γενιάς Ζ όπως καταντήσαμε να λέμε απρόσωπα βάζοντας τις γενιές σε στεγανά) είναι ένα πιάτο που σερβίρεται ως κύριο, συνοδευόμενο πάντα από βραστό κρέας (αρνί ή κοτόπουλο ή και τα δύο μαζί), αν όχι καθημερινά, τουλάχιστον τις Κυριακές. Είναι ένα πιάτο που πάντα σερβίρεται ως πρώτο όταν οργανώνεται «τραπέζι», όπως λέμε, δηλαδή όταν μια οικογένεια έχει καλεσμένους, και, φυσικά, και στους γάμους, όπως είναι γνωστό. Στο μυθιστόρημά μου, η ηρωίδα προσπαθεί να αναβιώσει τις αναμνήσεις της από παλαιότερα γεύματα, όταν η οικογένειά της ήταν ακόμη ακέραιη. Επιπλέον, προσπαθεί να φτιάξει πιάτα που άρεσαν στα παιδιά της κάποτε. Δεδομένου ότι αυτό που κάνει είναι ουσιαστικά μνημόσυνο (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), μεταφορικά το πιλάφι υποκαθιστά τον δίσκο με τα κόλλυβα. Εννοείται ότι, όταν σκαλίζουμε τη μνήμη μας, μπορούν να βγουν στην επιφάνεια ευχάριστα και μαζί δυσάρεστα συμβάντα και πράξεις και μερικές φορές ίσως και ενοχές.
Η Αλεξάνδρα είναι μια μορφωμένη γυναίκα, που έχει μάθει να εμπιστεύεται τη λογική. Υπάρχουν, τελικά, ενοχές που δεν εξηγούνται ούτε εξαγνίζονται;
Ακριβώς επειδή είναι μορφωμένη και λογική αρνείται να δεχθεί την τραγωδία της ως αποτέλεσμα απλώς της κακής τύχης της, αλλά διυλίζει τον κώνωπα προσπαθώντας να καταλάβει το γιατί, πώς έφθασαν τα πράγματα έως εκεί και ποιος ο ρόλος και οι ευθύνες της στο κάθε στάδιο εξέλιξης της ιστορίας. Προσπαθεί να κατανοήσει, διά της λογικής πάντα, και να ξεθάψει τα βαθύτερα, υποσυνείδητα κίνητρα που μπορεί να κρύβονταν πίσω ακόμη και από υποτιθέμενες παρορμητικές επιλογές. Οι ενοχές πάντα μπορούν να εξηγηθούν, τώρα κατά πόσο μπορούν να αμβλυνθούν είναι θέμα του ίδιου του ατόμου, αν καταφέρει δηλαδή να βρει τους μηχανισμούς που θα το κάνει να συμφιλιωθεί με τον προηγούμενο εαυτό του και τις πράξεις του. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει και η Αλεξάνδρα μέχρι το τέλος.
Πίσω από την προσωπική ιστορία διακρίνεται μια Κρήτη που αλλάζει, αλλά κουβαλά ακόμη βαριές πληγές. Ηταν σημαντικό για εσάς το μυθιστόρημα να λειτουργήσει ως κοινωνικός καθρέφτης;
Οποτεδήποτε καταπιάνομαι με την Κρήτη θα επιθυμούσα κάτι τέτοιο. Αλλά ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να επισημαίνει μεν, να καθρεπτίζει, όπως λέτε, κάποιες φορές, αλλά, δυστυχώς, όχι ικανός να φέρνει αλλαγές τουλάχιστον άμεσα και χειροπιαστά. Η Κρήτη με πονάει. Κάθε φορά που ακούω, βλέπω (όταν είμαι εκεί) ή διαβάζω κάτι αρνητικό θυμώνω πολύ. Οπως θα θύμωνα με κάποιον δικό μου άνθρωπο ή παλαιότερα με τα παιδιά μου όταν συμπεριφέρονταν άσχημα. Γιατί θα πρέπει να είμαστε οι διαφορετικοί από πολλές πλευρές, οι δακτυλοδεικτούμενοι, αρνητικά διαφορετικοί από την υπόλοιπη Ελλάδα, σε κάποια ζητήματα, και από τον υπόλοιπο (πολιτισμένο) κόσμο; Φυσικά και να κρατήσουμε τις παραδόσεις μας. Αυτό είναι υγιές! Αλλά όχι να τις τραβάμε, να τις ξεντώνουμε (όπως λέμε στην Κρήτη) σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταντούν κακοήθεια.
Οι γυναίκες του βιβλίου αγαπούν, αντέχουν και σιωπούν. Πιστεύετε πως η σιωπή είναι πολλές φορές το πιο βαρύ τίμημα που τους επιβάλλει η κοινωνία;
Οι γυναίκες στις περισσότερες περιπτώσεις σιωπούν και όχι μόνο στο βιβλίο μου. Ή τουλάχιστον ανθίστανται και διαμαρτύρονται λιγότερο απ’ ό,τι οι άνδρες. Συχνά είναι θέμα κοινωνίας, όπως συνέβαινε παλαιότερα στην Κρήτη και συμβαίνει ακόμη στις πιο παραδοσιακές κοινότητες: οι γυναίκες μοιρολογούν στις κηδείες όπως αρμόζει και ενθαρρύνεται κοινωνικά και μετά κλείνονται στο σπίτι και σωπαίνουν για πάντα. Βέβαια, η ηρωίδα μου συνειδητά αρνείται να μιλήσει, να φωνάξει, να πει τον πόνο της στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Αρνείται αυτήν την έκθεση στο δημόσιο βλέμμα γνωρίζοντας πως δεν θα της απαλύνει τον πόνο, αλλά και κατανοώντας τα κίνητρα αυτών που θα της πρόσφεραν κάποιο μερίδιο δημοσιότητας.
Η μητρική αγάπη συχνά παρουσιάζεται ως άνευ όρων. Το βιβλίο σας, όμως, δείχνει πως μπορεί να γίνει και πεδίο οδυνηρών διλημμάτων. Τι ήταν αυτό που θέλατε να φωτίσετε μέσα από αυτήν την πλευρά της μητρότητας;
Ναι, η μητρική αγάπη δεν έχει όρια, συμφωνώ, αν και ο βαθμός, η ένταση της αγάπης είναι μέχρι ενός σημείου υποκειμενική. Δεν είμαι σίγουρη, από την άλλη, ότι η ανθρώπινη ζωή, ως αξία, ως στοιχειώδες δικαίωμα, μπορεί να υπαχθεί στη «δικαιοδοσία» μιας απόλυτης και άνευ όρων μητρικής αγάπης, καθώς, ως υποκειμενικό συναίσθημα, θα μπορούσε να διαστρεβλώσει την πραγματική εικόνα και να ακυρώσει τη λογική. Είναι ένα δύσκολο φιλοσοφικό ζήτημα, ακόμη κι αν αφήσουμε απ’ έξω τις νομικές προεκτάσεις: Εχει το δικαίωμα μια μάνα να σκοτώσει το παιδί της από αγάπη και μόνο, φέρ’ ειπείν, για να μη ζήσει μια, κατά τη γνώμη της, ανυπόφορη ζωή; Πόσω μάλλον αν μπορούν να υπάρξουν σε λανθάνουσα μορφή και άλλα κίνητρα. Συμβαίνει μόνο από αγάπη για το παιδί ή/και από κάποιου είδους φιλαυτία; Και ποιος μπορεί να βάλει αυτές τις δύο ερμηνείες στη ζυγαριά και να μετρήσει το βάρος της καθεμιάς;























