Τα συμπεράσματα, τόσο από τα ποσοτικά όσο και από τα ποιοτικά στοιχεία, αναδεικνύουν τι είναι αδιαμφισβήτητο και ποια πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμα.
Στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής η Ν.Δ. συγκεντρώνει 28,1% και ακολουθούν η ΕΛΑΣ με 14,3%, η Ελπίδα και το ΠΑΣΟΚ με 10,3%, η Ελληνική Λύση 7%, το ΚΚΕ 6,6%, η Πλεύση Ελευθερίας 5,4%, η Φωνή Λογικής 4%, το Μέρα25 2,4%, ο ΣΥΡΙΖΑ 2%, οι Σπαρτιάτες 1,6%, η Νίκη 1,4%, οι Δημοκράτες 1,2% και η Νέα Αριστερά 1,2%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα ευρήματα από την πρόθεση ψήφου ανά αυτοτοποθέτηση στον άξονα Αριστερά – Δεξιά, όπου η Ν.Δ. εμφανίζεται σαρωτική στην Κεντροδεξιά και τη Δεξιά με 66% και 43% αντίστοιχα, ενώ κυριαρχεί και στον χώρο του Κέντρου με 24%.
Ο «νέος ΣΥΡΙΖΑ» του Αλέξη Τσίπρα πιάνει 31% στην Αριστερά και 26% στην Κεντροαριστερά, αλλά δεν δείχνει να κερδίζει πολλά στο Κέντρο όπου βρίσκεται στο 10%. Το ΠΑΣΟΚ χάνει τη μάχη τόσο στο Κέντρο (12%) από τη Ν.Δ. όσο και στην Κεντροαριστερά (21%) από την ΕΛΑΣ, κάτι που αποδεικνύει τη λάθος στρατηγική της Χαριλάου Τρικούπη που εδώ και αρκετό καιρό έστριψε προς τα αριστερά, χωρίς να αποκομίσει οφέλη.



Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και η μεγάλη μάχη για τη δεύτερη θέση

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει να είναι απόλυτα κυρίαρχος απέναντι σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Στην ερώτηση επιλογής πρωθυπουργού σε τρία υποθετικά δίπολα κερδίζει με 37%-27% τον Αλέξη Τσίπρα, με 37%-22% τον Νίκο Ανδρουλάκη και με 38%-31% τη Μαρία Καρυστιανού. Οι πολίτες επιλέγουν ως προτιμότερο μετεκλογικό σενάριο μία αυτοδύναμη κυβέρνηση Ν.Δ. με 23%, μία οικουμενική κυβέρνηση με 13% και κυβερνήσεις ΕΛΑΣ, Ελπίδας ή αριστερής συμμαχίας με μόλις 9%.
Καθώς η προεκλογική περίοδος έχει άτυπα ξεκινήσει, η επίσημη ανακοίνωση της ίδρυσης των νέων κομμάτων από τον τέως πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα και την εμβληματική μητέρα θύματος του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών κ. Μαρία Καρυστιανού, έφερε τις αναμενόμενες, εδώ και καιρό, ανακατατάξεις στους δημοσκοπικούς συσχετισμούς, κυρίως στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Η πολυσυζητημένη -για την επιλογή της επωνυμίας- Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ή ΕΛΑΣ καταγράφεται καθαρά στη δεύτερη θέση, εκτοπίζοντας το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και δείχνοντας με το καλημέρα ότι θα διεκδικήσει τον ρόλο του βασικού αντιπολιτευτικού πόλου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αρχικές καταγραφές ενός νέου κόμματος δεν είναι πάντοτε ενδεικτικές της μετέπειτα πορείας του, αν και ο κ. Α. Τσίπρας δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος πολιτικός: έχει πεπραγμένα, κυβερνητικό παρελθόν και σαφή ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση και συνεπώς, οι επιδόσεις του είναι θεωρώ πιο σταθερές και, ίσως, πιο προβλέψιμες. Η ΕΛΑΣ, με την εμφάνισή της, εδραιώθηκε στον χώρο της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς, ενώ καταγράφει και αξιοσημείωτη αρχική διείσδυση στον χώρο του Κέντρου. Ομως, η μάχη με το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που διεκδικεί τον ίδιο ρόλο και, κυρίως, τον ίδιο εκλογικά χώρο, μόλις ξεκίνησε και η κατάληξή της δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να προβλεφθεί με βεβαιότητα.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» –το κόμμα που ίδρυσε η κ. Μ. Καρυστιανού- καταγράφει στις πρώτες αυτές μετρήσεις μετά την εμφάνισή του, χαμηλότερες πτήσεις σε σχέση με τη δυνητική επιρροή που καταγραφόταν δημοσκοπικά 2-3 μήνες πριν. Ωστόσο διεκδικεί, στη φάση αυτή, ακόμα και την τρίτη θέση από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της (μέχρι στιγμής) την πολυσυλλεκτικότητα, αφού, με εξαίρεση τον χώρο της Αριστεράς όπου καταγράφει ελάχιστη διείσδυση, φαίνεται να «ακουμπάει» όλο τον άξονα Αριστερά – Δεξιά και ακόμα περισσότερο όσους δεν βλέπουν τον εαυτό τους τοποθετημένο στον άξονα αυτό. Ετσι, υποδέχεται ψηφοφόρους από όλο το κομματικό φάσμα, αλλά και από τη δεξαμενή των ψηφοφόρων που απείχαν στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου 2023. Η πολυσυλλεκτικότητα αυτή καθιστά κάθε πρόβλεψη για την εξέλιξη των ποσοστών του κόμματος παρακινδυνευμένη, καθώς η σταδιακή καταγραφή θέσεων, αλλά και η αναμενόμενη εμφάνιση της ομάδας στελεχών του κόμματος ενδέχεται να αποτελέσει πόλο περαιτέρω έλξης, αλλά -κι αυτός είναι ένας πιο πιθανός κίνδυνος- και αιτία ανάπτυξης φυγόκεντρων δυνάμεων.
Για την κυβέρνηση, η έρευνα αναδεικνύει προβληματισμούς, αλλά και ευκαιρίες. Προβληματισμούς γιατί η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει οριζόντια τα νοικοκυριά (και συνήθως οι πολίτες ψηφίζουν με το «χέρι στην τσέπη»), αλλά και γιατί η πιθανή εμφάνιση ενός νέου κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά ενδεχομένως να κόψει ένα κρίσιμο ποσοστό από την εκλογική της βάση, για την επίτευξη του στόχου της νέας αυτοδυναμίας. Στον αντίποδα, ένα σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που σήμερα τοποθετείται στην πρόθεση ψήφου υπέρ της Ν.Δ., βλέπει τη χώρα να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ενώ και ο κ. Κ. Μητσοτάκης προηγείται καθαρά όλων των δυνητικών αντιπάλων του για τη θέση του επόμενου πρωθυπουργού.
Για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ένα σημαντικό εύρημα της έρευνας, που ίσως καταδεικνύει τον χαρακτήρα της αδυναμίας του να αποτελέσει τον εναλλακτικό πόλο απέναντι στη Ν.Δ., είναι η εξαιρετικά χαμηλή του διείσδυση στον όμορό του χώρο της Αριστεράς. Συγκεκριμένα, συγκεντρώνει μόλις 2% στην πρόθεση ψήφου, αλλά και το χαμηλό 21% στον φυσικό του χώρο (αυτόν της Κεντροαριστεράς), την ίδια στιγμή που η Ν.Δ. έχει κυριαρχήσει στους δικούς της φυσικούς και όμορους χώρους, καταγράφοντας 66% στον χώρο της Κεντροδεξιάς και 43% στον χώρο της Δεξιάς. Φαίνεται, δηλαδή, ότι πριν δώσει (και πολύ περισσότερο κερδίσει) τη μάχη του Κέντρου, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ μάλλον πρέπει πρώτα να αποκαταστήσει τη σχέση και την επιρροή του και να επανασυνδεθεί με την ιστορική του «κοιτίδα».

