Περισσότερα από 30 μικρά, ταλαιπωρημένα και αφυδατωμένα όρνια από την Κρήτη έχουν μεταφερθεί τον τελευταίο μήνα στις εγκαταστάσεις του «Συλλόγου Προστασίας και Περίθαλψης Αγριας Ζωής - ΑΝΙΜΑ», σε ένα από τα πιο δύσκολα καλοκαίρια για το εμβληματικό είδος της κρητικής άγριας πανίδας.
Το φαινόμενο, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και με αυξανόμενη ένταση από το 2020, έχει προκαλέσει ανησυχία στους ειδικούς, καθώς η Κρήτη φιλοξενεί τον μεγαλύτερο πληθυσμό όρνιων στην Ελλάδα και έναν από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη, με τις περισσότερες φωλιές να εντοπίζονται στα Λευκά Ορη και στο ορεινό συγκρότημα του Ψηλορείτη. Παρά τη σχετική σταθερότητα του πληθυσμού, τα νεαρά πουλιά αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες επιβίωσης.
Κάθε μέρα, από ένα έως και πέντε νεαρά όρνια φτάνουν στην ΑΝΙΜΑ, μεταφερόμενα από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και το Δασαρχείο Χανίων. Πολλά εντοπίζονται εξαντλημένα σε πεδινές περιοχές, ακόμη και μέσα στη θάλασσα, αδυνατώντας να πετάξουν. Οι συνεργάτες της οργάνωσης στην Κρήτη παρέχουν πρώτες βοήθειες και τα προωθούν με τα βραδινά πλοία στην Αττική. Τα περισσότερα χρειάζονται οροθεραπεία, ενώ δύο έχουν ήδη υποβληθεί σε ορθοπεδικές επεμβάσεις. Μετά την εντατική νοσηλεία, τα όρνια μεταφέρονται σε εξωτερικό κλωβό, όπου παραμένουν για τουλάχιστον έξι μήνες πριν επιστρέψουν στη φύση.

Μιλώντας στον «Ε.Τ.», η πρόεδρος της ΑΝΙΜΑ, Μαρία Γανωτή, εξήγησε ότι το πρόβλημα είναι βαθιά συνδεδεμένο με τον κύκλο ζωής των όρνιων και τις κλιματικές συνθήκες της Κρήτης: «Τα όρνια γεννιούνται Μάρτιο-Απρίλιο και στα τέλη Ιουλίου αποκτούν ανεξαρτησία. Τότε πρέπει να βρουν μόνα τους νερό και τροφή, όμως δεν έχουν την εμπειρία των ενηλίκων. Τα έντονα ξηροθερμικά καλοκαίρια τα αναγκάζουν να κατεβαίνουν σε πεδινές περιοχές. Χάνουν τα ανοδικά ρεύματα και, αν βρεθούν πάνω από τη θάλασσα, δεν έχουν την εμπειρία να φτερουγίσουν και καταλήγουν στο νερό». Τόνισε ότι το φαινόμενο επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι τα τελευταία έξι χρόνια, ενώ η ΑΝΙΜΑ συνεργάζεται με το πρόγραμμα LIFE για την τοποθέτηση ειδικών κλωβών και ταϊστρών.

Παρά τις προσπάθειες, οι πιέσεις στον πληθυσμό των όρνιων παραμένουν έντονες. Σε περιοχές όπως η Νάξος, ο Εβρος, ο Νέστος και η Ηπειρος, ο αριθμός τους έχει μειωθεί δραματικά λόγω εκτεταμένων δηλητηριάσεων. Στον Εβρο έχουν τοποθετηθεί ταΐστρες, καθώς η μείωση των ελεύθερων ζώων στις ορεινές περιοχές έχει περιορίσει τις διαθέσιμες πηγές τροφής. Στην Κρήτη λειτουργούν δύο ταΐστρες, όμως η κ. Γανωτή επισημαίνει ότι «πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να μπουν σε πιο ορεινές περιοχές».
Η ΑΝΙΜΑ, η οποία ιδρύθηκε το 2005, αποτελεί τον βασικό φορέα περίθαλψης άγριας ζωής στην Ελλάδα, καλύπτοντας ένα κενό που δεν καλύπτεται από κρατικό μηχανισμό. Κάθε χρόνο περιθάλπει πάνω από 7.000 άγρια ζώα, πολλά από τα οποία ανήκουν σε σπάνια ή απειλούμενα είδη. Το Κέντρο Περίθαλψης Αγριας Πανίδας στον Σαρωνικό λειτουργεί με πλήρη αδειοδότηση και διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό, κτηνιάτρους, βιολόγους και ειδικούς δασικής προστασίας. Τα στελέχη της ΑΝΙΜΑ, βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση καθώς η κλιματική κρίση εντείνει τα φαινόμενα ξηρασίας και θερμικής καταπόνησης. Παράλληλα, ξεκαθαρίζουν ότι η διάσωση των νεαρών όρνιων δεν είναι απλώς μια πράξη προστασίας της άγριας ζωής, αλλά μάχη για τη διατήρηση ενός εμβληματικού είδους που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής βιοποικιλότητας.

Οι »πρώτες βοήθειες»
Η πρόεδρος της οργάνωσης, Μαρία Γανωτή, υπογράμμισε ότι η συμβολή των πολιτών είναι κρίσιμη: «Οταν κάποιος εντοπίσει ένα αφυδατωμένο μικρό όρνιο, είτε στο έδαφος είτε στη θάλασσα, πρέπει πρώτα να του δώσει νερό σε μια λεκάνη και μετά να ενημερώσει τις Αρχές. Η άμεση ανταπόκριση μπορεί να σώσει ζωές, καθώς τα νεαρά όρνια βρίσκονται σε εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση».























