Το πτυχίο ή οι τεχνικές δεξιότητες; Ένα ερώτημα που ξεπερνά τα όρια της οικονομίας και αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνίας — και των επιλογών που καλείται να κάνει η νέα γενιά μέσα στο πλαίσιο που εμείς διαμορφώνουμε.
Από την πρώτη στιγμή, ο συντονιστής της συζήτησης, Βύρων Νικολαΐδης, Πρόεδρος και CEO του Ομίλου PeopleCert, έθεσε τον τόνο:
«Τα τεχνικά επαγγέλματα εξακολουθούν να υποτιμώνται κοινωνικά. Στην Ελλάδα, η επιτυχία παραμένει ταυτισμένη με τον ακαδημαϊκό τίτλο, ακόμη κι όταν η αγορά δείχνει ότι συγκεκριμένα πεδία είναι ήδη κορεσμένα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι οικογένειες προτιμούν το παιδί τους να γίνει δικηγόρος ή δάσκαλος, ακόμη κι αν οι προοπτικές είναι περιορισμένες, παρά να στραφεί σε ένα τεχνικό επάγγελμα με σαφώς μεγαλύτερη ζήτηση και προοπτική.»
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια τη βαθιά αντίφαση της ελληνικής πραγματικότητας: επαγγέλματα με υψηλή κοινωνική αναγνώριση αλλά περιορισμένη απορρόφηση από την αγορά, και την ίδια στιγμή τεχνικά επαγγέλματα που η αγορά ζητά απεγνωσμένα, αλλά η κοινωνία εξακολουθεί να υποτιμά.
Η συζήτηση δεν έμεινε σε επίπεδο διαπιστώσεων. Δύο ψηφοφορίες του κοινού —στην αρχή και στο τέλος— κατέγραψαν με τον πιο άμεσο τρόπο το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία το δίλημμα.
Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο σε επίπεδο τοποθετήσεων. Δύο ψηφοφορίες του κοινού —στην αρχή και στο τέλος— κατέγραψαν με τον πιο άμεσο τρόπο το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία το δίλημμα.
Στην αρχή, το 70% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι θα συμβούλευε τα παιδιά του να ακολουθήσουν μια ακαδημαϊκή καριέρα, ενώ μόλις το 30% θα τα προέτρεπε να στραφούν σε τεχνικές δεξιότητες.
Ωστόσο, στο τέλος της συζήτησης, η εικόνα είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει: το ποσοστό υπέρ της ακαδημαϊκής διαδρομής μειώθηκε στο 56%, ενώ το 44% πλέον τάχθηκε υπέρ των τεχνικών επαγγελμάτων.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια πραγματικότητα που η αγορά έχει ήδη διαμορφώσει , αλλά η κοινωνία μόλις αρχίζει να αναγνωρίζει.
Η Ευρώπη παράγει περισσότερους πτυχιούχους από ποτέ, αλλά όχι επαγγελματίες με τις τεχνικές δεξιότητες που ζητά η αγορά. Ενδεικτικά, στη Γερμανία, το έλλειμμα σε τεχνικά επαγγέλματα να ξεπερνά τις 400.000 θέσεις (DIHK, 2024 / Statista). Αντίστοιχα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, περισσότερες από 8 στις 10 επιχειρήσεις αναφέρουν ελλείψεις δεξιοτήτων, ιδιαίτερα σε τεχνικούς και εξειδικευμένα επαγγέλματα (UK Employer Skills Survey, 2022), ενώ στη Γαλλία πάνω από το 50% των εργοδοτών δηλώνει δυσκολία στην κάλυψη θέσεων σε τεχνικούς και βιομηχανικούς κλάδους (Pôle emploi / France Travail, 2023).
Παράλληλα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι ελλείψεις εντοπίζονται κυρίως σε τεχνικούς, μηχανικούς και κατασκευαστικά επαγγέλματα και αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια (European Commission, 2023).
Την ίδια στιγμή, τα παραδοσιακά “white collar” (γραφείου) επαγγέλματα πιέζονται. Ο κορεσμός, σε συνδυασμό με τον ταχύ μετασχηματισμό λόγω τεχνητής νοημοσύνης, μειώνει τη σταθερότητα που κάποτε προσέφεραν. Αντίθετα, τα τεχνικά και engineering επαγγέλματα εμφανίζουν αυξανόμενη ζήτηση και υψηλότερες απολαβές , ενδεικτικά από €3.000 έως €5.000+ μηνιαίως , με σημαντικές δυνατότητες εξέλιξης και επιχειρηματικότητας (Stepstone Analysis, 2023).
Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος ανέδειξε τη διάσταση του προβλήματος από τη σκοπιά της παραγωγής:
«Την ώρα που η Ευρώπη μιλά για επιστροφή της παραγωγής που τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρθηκε στην Ασία, το ερώτημα είναι κρίσιμο: έχουμε τους ανθρώπους για να τη στηρίξουμε;»
Η παρέμβασή του έφερε στο προσκήνιο μια στρατηγική πρόκληση: η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης δεν μπορεί να γίνει χωρίς το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος ανέδειξε τη μεγάλη δομική πρόκληση της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι:
«Είμαστε μια χώρα που έχει αποβιομηχανοποιηθεί. Δεν παράγουμε όσο θα έπρεπε και αυτό πρέπει να αλλάξει.»
Όπως εξήγησε, η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν είναι θεωρητική, αλλά συνδέεται άμεσα με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας:
«Σήμερα τα τεχνικά επαγγέλματα έχουν ελλείψεις, χωρίς όμως να έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να μην βρίσκουμε καθόλου ανθρώπους. Υπάρχουν, όμως, σημαντικά κενά σε ειδικότητες όπως εφαρμοσμένοι μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι κίνησης και οξυγονοσυγκολλητές.»
Αναφερόμενος στις αποδοχές, έδωσε μια ενδεικτική εικόνα της πραγματικότητας της αγοράς:
«Ο μέσος μισθός ενός ηλεκτρολόγου με περίπου δέκα χρόνια εμπειρίας κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 2.500 και 2.800 ευρώ, κάτι που δείχνει ξεκάθαρα τη ζήτηση και την αξία αυτών των επαγγελμάτων.»
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι επιχειρήσεις λαμβάνουν πλέον διαφορετικά κριτήρια στις αποφάσεις τους:
«Οι βιομηχανίες δεν εξετάζουν μόνο γεωγραφικά κριτήρια για το πού θα εγκατασταθούν, αλλά και πού υπάρχει διαθέσιμο εργατικό δυναμικό — ακόμη και πού υπάρχει μεγαλύτερη ανεργία.»
Κλείνοντας, έδωσε μια πιο ανθρώπινη και ουσιαστική διάσταση στο θέμα της επιτυχίας:
«Η επιτυχία σήμερα δεν καθορίζεται μόνο από τα πτυχία. Την καθορίζουν η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και η ενσυναίσθηση. Υπάρχουν παιδιά με έμφυτες κλίσεις που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Πρέπει να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα — γιατί υπάρχει και άλλος δρόμος που οδηγεί στην επιτυχία.»
Από την πλευρά της, η CEO της Credia Bank, Ελένη Βρεττού, εστίασε στον μετασχηματισμό των “white collar” επαγγελμάτων:
Η Ελένη Βρεττού έδωσε μια διαφορετική οπτική για τα “white collar” επαγγέλματα και ειδικά για τον τραπεζικό κλάδο, επισημαίνοντας ότι η μειωμένη ελκυστικότητά τους δεν συνδέεται απαραίτητα με την ανασφάλεια:
«Το γεγονός ότι σήμερα δεν βλέπουμε ουρές νέων να θέλουν να εργαστούν στις τράπεζες δεν οφείλεται μόνο —ή κυρίως— στην έλλειψη ασφάλειας. Ο τραπεζικός ρόλος έχει αποκτήσει μια κοινωνικά αρνητική χροιά και συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία ή ακόμη και αντιπάθεια.»
Αναφερόμενη στον μετασχηματισμό των επαγγελμάτων, υπογράμμισε τον ρόλο της τεχνολογίας:
«Οι δεξιότητες αλλάζουν γρήγορα. Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει ρόλους και η έννοια της επαγγελματικής ασφάλειας δεν είναι πια δεδομένη. Η “ασφάλεια” που συνδέαμε με τα τραπεζικά επαγγέλματα πριν από 10 χρόνια δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο σήμερα.»
Ωστόσο, όπως τόνισε, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι η επιλογή κλάδου, αλλά η ικανότητα προσαρμογής:
«Αυτό που μετράει σήμερα είναι η προσαρμοστικότητα και η συνεχής εξέλιξη.»
Στέλνοντας μήνυμα προς τη νέα γενιά, η ίδια στάθηκε στην ανάγκη ουσιαστικών επιλογών:
«Οι νέοι δεν πρέπει να επιλέγουν επαγγέλματα που δεν τους εκφράζουν ή δεν μπορούν να τα κάνουν καλά. Η γνώση —και άρα οι σπουδές— παραμένει σημαντική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από δεξιότητες και ευελιξία.»»
Ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Δουκίδης, προσέγγισε το ζήτημα από τη σκοπιά του εκπαιδευτικού συστήματος:
«Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε πολλούς πτυχιούχους, αλλά ότι το σύστημα δεν συνδέεται επαρκώς με την αγορά. Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει επιτυχία και να δώσουμε πραγματική αξία στις τεχνικές διαδρομές.» «Σήμερα, το 90% των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης επιδιώκει να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο και το 82% τα καταφέρνει — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ωστόσο, περίπου το 30% των αποφοίτων καταλήγει σε θέσεις για τις οποίες είναι υπερπροσοντούχοι (overqualified), ενώ το 24% παραμένει άνεργο.»
Όπως τόνισε, η λύση δεν βρίσκεται στην περαιτέρω αύξηση των πτυχιούχων, αλλά στη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας:
«Η πρακτική άσκηση πρέπει να ενταχθεί συστηματικά σε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα. Σήμερα εφαρμόζεται οργανωμένα μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις — και μάλιστα στο κορυφαίο τμήμα όπου το 72% των φοιτητών προσλαμβάνεται από τις εταιρείες στις οποίες έκανε πρακτική.»
Η διαπίστωση αυτή εξηγεί γιατί, παρά τα δεδομένα της αγοράς, το κοινωνικό αφήγημα παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Το πτυχίο εξακολουθεί να θεωρείται το βασικό σύμβολο επιτυχίας και κοινωνικής ανέλιξης — ακόμη κι όταν η ίδια η αγορά δείχνει προς μια διαφορετική κατεύθυνση.
Τι μπορεί, όμως, να αλλάξει αυτή τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη;
Πρώτον, απαιτείται ουσιαστική αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ελβετία έχουν επενδύσει συστηματικά στις τεχνικές δεξιότητες και vocational pathways, δημιουργώντας διαδρομές που είναι εξίσου ελκυστικές με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Δεύτερον, χρειάζεται ενημέρωση. Οι νέοι και οι οικογένειες πρέπει να έχουν σαφή εικόνα των πραγματικών δεδομένων της αγοράς: ποιες ειδικότητες έχουν ζήτηση, ποιες προσφέρουν προοπτική και ποιες βρίσκονται σε κορεσμό.
Τρίτον, πρέπει να αλλάξει το αφήγημα. Η επιτυχία δεν μπορεί να ορίζεται μόνο από έναν τίτλο σπουδών, αλλά από την ικανότητα κάποιου να βρίσκει δουλειά, να εξελίσσεται και να δημιουργεί αξία.
Και ίσως το πιο δύσκολο βήμα είναι το τελευταίο: να αλλάξει η ίδια η κοινωνική νοοτροπία. Να πάψει το τεχνικό επάγγελμα να θεωρείται «δεύτερη επιλογή» και να αναγνωριστεί ως αυτό που ήδη είναι στην πράξη — μια διαδρομή με πραγματική αξία, ζήτηση και μέλλον.
Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ελβετία και η Αυστρία, αυτή η προσαρμογή έχει ήδη γίνει. Η επένδυση σε επαγγελματική εκπαίδευση αποτελεί στρατηγική επιλογή, με την αγορά να καθοδηγεί ενεργά τις εκπαιδευτικές διαδρομές (Cedefop, 2023).
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το χάσμα παραμένει. Η κοινωνία συνεχίζει να επενδύει σε τίτλους, την ώρα που η αγορά ζητά δεξιότητες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές και προβληματίζει: η αγορά εργασίας έχει ήδη αλλάξει. Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε κι εμείς.
Γιατί τελικά, το δίλημμα δεν είναι θεωρητικό.
Τι σημαίνει επιτυχία σήμερα; Και τι λέμε στα παιδιά μας; Να κυνηγήσουν ένα πτυχίο για το status ή να επενδύσουν σε δεξιότητες που εξασφαλίζουν πραγματική προοπτική;

