Η είδηση, που έγινε γνωστή από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της διεθνούς Συνόδου Κορυφής για την πυρηνική ενέργεια και τις πολιτικές χρήσεις της, ανοίγει τον διάλογο για περαιτέρω διερεύνηση του οφέλους που θα υπάρξει με την πιθανή υλοποίησή της.

Σε πρώτη φάση, η κυβέρνηση προχωρά στη σύσταση υπουργικής επιτροπής με αντικείμενο τη διερεύνηση της προοπτικής ανάπτυξης μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων. Οπως ανέφερε ο πρωθυπουργός, η ενεργειακή ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση όλων των διαθέσιμων τεχνολογιών για την εξασφάλιση επαρκούς και σταθερής ηλεκτροπαραγωγής.
Πάντως, η χώρα, τα τελευταία χρόνια, έχει αυξήσει σημαντικά τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και έχει μετατραπεί από καθαρός εισαγωγέας σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας σε διάφορες χρονικές περιόδους.
Παράγοντες της αγοράς λένε στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ότι μια πιθανή ένταξη σε βάθος χρόνου των μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων στο ενεργειακό μας μίγμα θα λειτουργούσε συμπληρωματικά στο υπάρχον μοντέλο, ενώ θα καλύπτονταν ανάγκες σταθερής παραγωγής όταν από τις ΑΠΕ καταγράφεται μείωση.
Σύμφωνα με τα όσα εξήγησε στον «Ε.Τ.» της Κυριακής ο ενεργειακός επιθεωρητής Μιχάλης Χριστοδουλίδης, η Ελλάδα δεν έκανε μέχρι σήμερα αυτό το βήμα, καθώς προβάλλονταν οι εξής αιτίες: «Είμαστε σεισμογενής χώρα, διαθέτουμε σημαντικά πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ενώ παράλληλα έχουμε ισχυρό αιολικό και ηλιακό δυναμικό».
Οπως επισημαίνει, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την περιβαλλοντική διάσταση της ενέργειας αλλά και τη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος και το πραγματικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι, παρά την ταχεία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και τη σημαντική μείωση της χρήσης λιγνίτη, η Ελλάδα κατά περιόδους συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
«Η χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος παραμένει σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα χωρών που διαθέτουν ισχυρή παρουσία πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό τους μίγμα, όπως η Γαλλία, η Σουηδία, η Ισπανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο», προσθέτει.
Οι επενδύσεις

Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλίδη, τα τελευταία 15 χρόνια η Ελλάδα επένδυσε περίπου 28 δισεκατομμύρια ευρώ για την εγκατάσταση περίπου 16 GW Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (κυρίως, φωτοβολταϊκών και αιολικών). Οι μονάδες αυτές παράγουν σήμερα περίπου 28 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, ενώ η συνολική κατανάλωση της χώρας ανέρχεται περίπου στις 56 TWh. Με άλλα λόγια, μια επένδυση 28 δισ. ευρώ καλύπτει περίπου το 50% της συνολικής ζήτησης.
Οπως εξηγεί, εάν ένα αντίστοιχο ποσό είχε επενδυθεί πριν από δύο δεκαετίες σε πυρηνική ενέργεια, εγκαθιστώντας περίπου 3 GW πυρηνικής ισχύος, το κόστος επένδυσης θα ανερχόταν περίπου στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αυτές τις μονάδες θα έφτανε σχεδόν τις 29 TWh ετησίως, δηλαδή περίπου το μισό της συνολικής ζήτησης της χώρας, και μάλιστα με συνεχή λειτουργία 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Σε αυτήν την περίπτωση, η απόσβεση της επένδυσης θα μπορούσε να επιτευχθεί σε περίπου 10 έως 12 χρόνια. Μετά την απόσβεση, το κόστος ηλεκτροπαραγωγής θα μπορούσε να πέσει σε επίπεδα περίπου 20-25 ευρώ ανά MWh, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων.
Για λόγους σύγκρισης, μια σύγχρονη θερμική μονάδα φυσικού αερίου ισχύος περίπου 300 MW κοστίζει κατά μέσο όρο 300-400 εκατομμύρια ευρώ για την κατασκευή της. Η απόσβεση μιας τέτοιας επένδυσης μπορεί να επιτευχθεί σχετικά γρήγορα, σε περίπου 6-8 χρόνια.
Ωστόσο, το βασικό μειονέκτημα των θερμικών μονάδων είναι το λειτουργικό κόστος. Η τιμή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εξαρτάται άμεσα από την τιμή του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂. Σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, το κόστος παραγωγής μπορεί να υπερβεί τα 140 ευρώ ανά MWh, καθιστώντας τις μονάδες αυτές ιδιαίτερα ευάλωτες στις διεθνείς αγορές καυσίμων. Αντίθετα, το λειτουργικό κόστος μιας πυρηνικής μονάδας είναι σχετικά χαμηλό και σταθερό, καθώς το καύσιμο αντιπροσωπεύει μικρό ποσοστό του συνολικού κόστους παραγωγής.
ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ
Κατάλληλοι για σεισμογενείς χώρες

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται διεθνώς μια νέα γενιά πυρηνικών αντιδραστήρων, γνωστών ως SMRs (Small Modular Reactors). Πρόκειται για μικρούς, αρθρωτούς αντιδραστήρες ισχύος περίπου 50 έως 300 MW, οι οποίοι σχεδιάζονται με διαφορετική φιλοσοφία από τους μεγάλους συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς.
Η βασική καινοτομία τους αφορά, κυρίως, την ασφάλεια. Οι αντιδραστήρες αυτοί βασίζονται σε παθητικά συστήματα ασφαλείας που λειτουργούν με φυσικά φαινόμενα, όπως η βαρύτητα, η φυσική κυκλοφορία, η αυτοσυμπίεση και η θερμική μεταφορά. Σε περίπτωση ανωμαλίας, το σύστημα μπορεί να απενεργοποιηθεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση ή σύνθετα μηχανικά συστήματα. Επιπλέον, η χαμηλότερη ισχύς και η μικρότερη πίεση λειτουργίας μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών ατυχημάτων.
Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλίδη, «το εντυπωσιακό με τους SMRs είναι ότι διαθέτουν παθητικά συστήματα ψύξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζονται ηλεκτρικό ρεύμα ή αντλίες για να ψύχονται σε περίπτωση βλάβης. Αν κάτι πάει στραβά, ο αντιδραστήρας ψύχεται μόνος του, με φυσικές διαδικασίες όπως η εξάτμιση και η συμπύκνωση του νερού – χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας μειώνει τον κίνδυνο ατυχημάτων, ακόμη κι αν κοπεί το ρεύμα. Οι SMRs είναι ιδανικοί για μικρές ή απομακρυσμένες περιοχές για χώρες που δεν έχουν ανεπτυγμένο ενεργειακό δίκτυο, για χώρες σεισμογενείς και για καταστάσεις όπου απαιτείται ευελιξία και ασφάλεια».
Ετσι, μπορούν να εγκατασταθούν εύκολα, να προστεθούν νέες μονάδες όποτε χρειάζεται και να παραχθεί καθαρή ενέργεια χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Παράλληλα, οι νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες αντέχουν τους ισχυρότερους σεισμούς.
ΠΟΛΛΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ
Υπόγεια εγκατάσταση, απορροφούν κραδασμούς
Ενα από τα πιο καινοτόμα στοιχεία των SMRs είναι η δυνατότητα υπόγειας εγκατάστασης. Οι μονάδες τοποθετούνται μέσα σε ενισχυμένες δεξαμενές από σκυρόδεμα, συνήθως κάτω από το επίπεδο του εδάφους. Τα πλεονεκτήματα αυτής της επιλογής είναι πολλαπλά:
– Μειώνεται η πλευρική επιρροή των σεισμικών κυμάτων, καθώς το υπέδαφος προσφέρει σταθερότητα.
– Προστατεύονται από δευτερογενή φαινόμενα, όπως κατολισθήσεις, πυρκαγιές ή τσουνάμι.
– Το περιβάλλον τους λειτουργεί σαν φυσικός μονωτής σεισμικών κραδασμών.
– Ορισμένα σχέδια SMRs χρησιμοποιούν ειδικά τεχνολογικά συστήματα στη θεμελίωση, όπως ελαστικά υποστρώματα (Base Isolators), κατασκευασμένα από καουτσούκ και μέταλλο, απορροφούν τη σεισμική ενέργεια και επιτρέπουν στην μονάδα να κινείται ανεξάρτητα από το έδαφος.
– Απόσβεση ενέργειας (Dampers): Μηχανισμοί που διαχέουν τη σεισμική ενέργεια σε ειδικές περιοχές, μειώνοντας τις ταλαντώσεις του εξοπλισμού και αποτρέποντας καταστροφές.
– Συμπαγής, μονολιθική δομή. Οι SMRs έχουν ενιαίο σχεδιασμό. Ο πυρήνας, οι γεννήτριες ατμού και τα συστήματα ασφαλείας είναι ενσωματωμένα σε ένα και μόνο δοχείο. Αυτό μειώνει τον αριθμό των αγωγών και εξαρτημάτων που θα μπορούσαν να αστοχήσουν σε σεισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια υψηλής σταθερότητας και μικρής επικινδυνότητας μονάδα, που προσφέρει μεγάλη ανθεκτικότητα.
ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΛΙΓΟΥΣ ΜΗΝΕΣ
Μειωμένες απαιτήσεις καυσίμου

Ενα ακόμη πλεονέκτημα των SMRs είναι οι μειωμένες απαιτήσεις καυσίμου. Ενώ οι μεγάλοι αντιδραστήρες χρειάζονται ανεφοδιασμό κάθε 12 έως 24 μήνες, αρκετά μοντέλα SMRs μπορούν να λειτουργούν για 3 έως 7 χρόνια χωρίς ανεφοδιασμό, ενώ ορισμένα σχεδιάζονται ώστε να λειτουργούν έως και 30 χρόνια χωρίς αλλαγή καυσίμου.
Ταυτόχρονα, η κατασκευή τους είναι ταχύτερη. Σε αντίθεση με τους μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς που απαιτούν 8 έως 10 χρόνια για να ολοκληρωθούν, οι SMRs μπορούν να συναρμολογηθούν σε λίγους μήνες, καθώς μεγάλο μέρος της κατασκευής γίνεται σε εργοστάσια και όχι επιτόπου.
Σήμερα, περισσότερες από 18 χώρες -μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Κίνα- βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια ανάπτυξης και πιστοποίησης τέτοιων τεχνολογιών. Πολλές από αυτές τις μονάδες αναμένεται να λειτουργήσουν εμπορικά πριν από το 2035.
Πυρηνική αναγέννηση στην Ευρώπη

Τέσσερις δεκαετίες μετά το πυρηνικό δυστύχημα στο Τσέρνομπιλ στη «γειτονιά» μας, το ταμπού της πυρηνικής ενέργειας έχει σπάσει, σηματοδοτώντας μια ιστορική στροφή μακριά από το ψυχροπολεμικό «φάντασμα». «Μπορεί το άτομο να αποτελέσει το κλειδί για φθηνή ενέργεια και κλιματική ουδετερότητα;» είναι το ερώτημα που τίθεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης, ανοίγοντας τον διάλογο και στη χώρα μας. Η πρόσφατη σύνοδος για την πυρηνική ενέργεια στο Παρίσι ανέδειξε τις αλλαγές που συντελούνται στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα. Αυτόν τον νέο υπό διαμόρφωση ενεργειακό χάρτη φαίνεται πως παρακολουθεί στενά και η Αθήνα. Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα του συνεδρίου σημείωσε: «Είναι η ώρα να εξερευνήσουμε αν η πυρηνική ενέργεια μπορεί να διαδραματίσει ρόλο και στην Ελλάδα».
Η Ευρώπη παραμένει διχασμένη για την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας ως στρατηγικού εργαλείου. Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παραδέχθηκε στο παρισινό συνέδριο πως ήταν «στρατηγικό λάθος» ορισμένων κρατών -με το βλέμμα στραμμένο στη Γερμανία- η μείωση του μεριδίου πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη, προτείνοντας τους αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Ενωση να επαναπροσδιορίσει την ασφάλεια του εφοδιασμού της. Ο πόλεμος στο Ιράν φαίνεται να επισφραγίζει αυτήν την ανάγκη.
Δύο «στρατόπεδα»
Η Γαλλία ηγείται μιας «πυρηνικής συμμαχίας» δώδεκα κρατών-μελών (όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Φινλανδία και η Ουγγαρία), υποστηρίζοντας ότι χωρίς την πυρηνική ενέργεια ο στόχος για μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα το 2050 (βάσει της Συμφωνίας του Παρισιού) είναι ανέφικτος. Η πυρηνική ενέργεια για τη χώρα είναι συνώνυμο της εθνικής κυριαρχίας και, σύμφωνα με το νέο ενεργειακό πρόγραμμα 2026-2035, η Γαλλία επιδιώκει μια πυρηνική αναγέννηση. Η κυβέρνηση Εμανουέλ Μακρόν επιβεβαίωσε την κατασκευή έξι νέων αντιδραστήρων και εντός του έτους αναμένεται η απόφαση για ακόμα οκτώ, ενώ οι υπάρχοντες 57 θα λειτουργούν για ακόμα 50 χρόνια, με τη χώρα να παράγει σχεδόν το 59% της πυρηνικής ενέργειας της Ε.Ε. και το 68% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται.
Η Γερμανία, από την άλλη, βρίσκεται σε φάση ενεργειακής μετάβασης (Energiewende). Εως το 2021 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός στην Ε.Ε., ενώ από τον Απρίλιο του 2023 έχει τερματίσει πλήρως την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας – μια απόφαση που ελήφθη μετά την καταστροφή του πυρηνικού εργοστασίου Νταϊτσί στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας το 2011.
Το ντιμπέιτ δεν έπαψε ποτέ, ωστόσο, να υφίσταται στη χώρα, για μια ενδεχόμενη επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια, δεδομένων και των διεθνών κρίσεων. Προ ημερών, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προσπάθησε να κλείσει εκ νέου τη συζήτηση. Δήλωσε ότι οι προηγούμενες ομοσπονδιακές κυβερνήσεις είχαν αποφασίσει να καταργήσουν σταδιακά την πυρηνική ενέργεια και ότι η αναίρεση αυτής της απόφασης δεν ήταν δυνατή. Στο πλευρό της Γερμανίας συντάσσονται Αυστρία και Λουξεμβούργο, που έχουν κλείσει τα εργοστάσιά τους και επιμένουν πως η πυρηνική ενέργεια είναι πολύ ακριβή, χρονοβόρα και αφήνει επικίνδυνα απόβλητα.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
Ζητούμενο η ασφάλεια
Οι σκεπτικιστές της πυρηνικής ενέργειας θέτουν στο προσκήνιο την ασφάλεια, δεδομένου και του δυστυχήματος στο Τσέρνομπιλ το 1986. Το 1991 σημειώθηκε μία πυρκαγιά στον αντιδραστήρα 2, ενώ το 2013 κατέρρευσε τμήμα της στέγης του αντιδραστήρα 4 υπό το βάρος του χιονιού, χωρίς ωστόσο να υπάρξει διαρροή ραδιενέργειας. Το εργοστάσιο σταμάτησε να παράγει ρεύμα το 2000 και η «απειλή» του Τσέρνομπιλ έληξε ουσιαστικά με την τοποθέτηση, το 2016, της σαρκοφάγου που το θωρακίζει για 100 χρόνια, ενώ πλέον ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι εξωγενής, από τη ρωσική εισβολή και τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Παρότι η κατασκευή μεγάλων, παραδοσιακών πυρηνικών σταθμών θεωρείται απαγορευτική για μια σεισμογενή χώρα όπως και η Ελλάδα, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs). Οι SMRs αποτελούν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας: είναι μικρότεροι, ασφαλέστεροι, κατασκευάζονται σε εργοστάσια και μεταφέρονται στο σημείο εγκατάστασης, ενώ το κόστος τους είναι σημαντικά χαμηλότερο από τους γιγαντιαίους αντιδραστήρες του παρελθόντος.
Οι ειδικοί σημειώνουν πως τα πυρηνικά ατυχήματα των προηγούμενων δεκαετιών έχουν ενσταλάξει τον φόβο στην ευρωπαϊκή κοινωνία, ωστόσο έχει γίνει μεγάλη πρόοδος στον τομέα της ασφάλειας και της τεχνολογίας. Παράλληλα, σημειώνουν ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες «τσέπης» είναι λύσεις που εξυπηρετούν πιο μικρής κλίμακας δραστηριότητες. Η διαχείριση μικρότερης ποσότητας καυσίμου έχει σχετικά πιο εύκολη παρακολούθηση.
Στοιχεία Eurostat
Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat, στο τέλος του 2024:
- Σε 12 χώρες-μέλη της Ε.Ε. λειτουργούσαν περισσότεροι από 100 πυρηνικοί αντιδραστήρες.
- Η παραγωγή έφτασε στο 23,3% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας στο μπλοκ.
- Η Γαλλία είναι στην κορυφή. Παράγει σχεδόν το 59% της πυρηνικής ενέργειας της Ε.Ε. και το 68% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται.

