Σε ό,τι αφορά τα ποσοστά των εκπτώσεων, το 34,8% των επιχειρήσεων προχώρησε σε μειώσεις 41% και άνω, το 30,4% κινήθηκε μεταξύ 21% και 30%, το 21,8% μεταξύ 31% και 40%, ενώ ένα 13% περιορίστηκε σε εκπτώσεις έως 20%. Παρά τις σημαντικές προσφορές, το 82,6% των εμπόρων δήλωσε ότι ο τζίρος ήταν μειωμένος σε σχέση με πέρσι. Μόλις το 8,7% κατέγραψε αύξηση, ενώ αντίστοιχο ποσοστό ανέφερε στασιμότητα.
Ενδεικτικό της πίεσης που δέχεται η αγορά είναι ότι, μεταξύ όσων κατέγραψαν μείωση, το 55% ανέφερε πτώση τζίρου από 11% έως 20%, ενώ το 20% δήλωσε απώλειες μεταξύ 21% και 30%. Υπήρξαν ακόμη επιχειρήσεις που κατέγραψαν μείωση άνω του 41%. Αντίθετα, από εκείνους που είδαν αύξηση, το 33,3% έκανε λόγο για άνοδο έως 10% και το 16,7% για 11% έως 20%, με τους μισούς να σημειώνουν ότι δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τον ακριβή υπολογισμό.
Ως προς τη χρονική περίοδο της μεγαλύτερης κίνησης, οι απαντήσεις μοιράστηκαν ισόποσα (30,4%) μεταξύ του διαστήματος 12 Ιανουαρίου έως 31 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου έως 14 Φεβρουαρίου, ενώ ίδιο ποσοστό εκτίμησε ότι δεν υπήρξε ουσιαστική διαφορά. Μόλις το 8,8% εντόπισε αυξημένη κίνηση στο τελευταίο διάστημα των εκπτώσεων.
Η έρευνα δείχνει ότι οι καταναλωτές επικεντρώθηκαν κυρίως σε βασικά και αναγκαία προϊόντα (47,8%), ενώ ακολούθησαν είδη που ήταν ήδη σε προσφορά (21,7%) και εποχιακά προϊόντα (17,4%). Παράλληλα, το 39,2% των εμπόρων παρατήρησε ότι οι πελάτες αγοράζουν λιγότερα τεμάχια, το 34,8% ότι επιλέγουν φθηνότερα προϊόντα και το 8,7% ότι συγκρίνουν περισσότερο τις τιμές.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις επιχειρήσεις παραμένει η μειωμένη καταναλωτική δαπάνη (52,4%). Ακολουθούν με 13% η αύξηση λειτουργικού κόστους, οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και ο ανταγωνισμός από τα ηλεκτρονικά καταστήματα. «Η αγορά δείχνει ξεκάθαρα σημάδια κόπωσης. Παρά τις υψηλές εκπτώσεις, η κατανάλωση παραμένει περιορισμένη και οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε οριακές συνθήκες», επισημαίνεται από τον Εμπορικό Σύλλογο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 47,8% των επιχειρήσεων εμφανίζεται απαισιόδοξο για το επόμενο τρίμηνο, ενώ το 39,1% τηρεί στάση αναμονής. Μόλις το 8,8% εκφράζει αισιοδοξία. Όπως τονίζεται, «απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ρευστότητας και της αγοραστικής δύναμης, ώστε να μπορέσει η τοπική αγορά να ανακάμψει ουσιαστικά».

