Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ επιμένουν να παίζουν την κολοκυθιά σε σχέση με το κόστος των προγραμμάτων τους, υπάρχει μία λύση. Να δοθούν τα προγράμματα των κομμάτων στο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής ή σε ανεξάρτητους οικονομικούς φορείς προκειμένου να τα κοστολογήσουν. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όχι απλώς έχει δώσει στη δημοσιότητα το πρόγραμμά της, αλλά τα μέτρα που προτείνει έχουν συμπεριληφθεί και στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, το οποίο έχει κατατεθεί στις αρμόδιες Αρχές των Βρυξελλών.
Επομένως δεν χωρούν τερτίπια και προφάσεις. Ο Αλ. Τσίπρας, πριν από μία εβδομάδα, θεωρούσε υποτιμητικό να δώσει το πρόγραμμά του για κοστολόγηση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Προχθές άλλαξε το τροπάριο και είπε ότι δέχεται να το καταθέσει, θέτοντας όμως ως όρο τη διενέργεια ενός ντιμπέιτ μόνο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Κάτι το οποίο απορρίφθηκε και από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Πρόκειται καθαρά για υποκριτική στάση. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ξεπερνά τα 20 δισ. ευρώ το χρόνο και θα τίναζε στον αέρα και τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας και την αναπτυξιακή της πορεία. Από την άλλη, θολές είναι και οι προγραμματικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛ., που μοιάζουν επίσης περισσότερο με ευχολόγια παρά με κοστολογημένες προτάσεις. Τελικώς όμως, αυτό που είναι βέβαιο είναι πως και οι δύο προτείνουν αυξήσεις φόρων.
Ας αφήσουν λοιπόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης τα παιχνίδια με τα προγράμματα και, αν θέλουν, ας δώσουν τις προτάσεις τους για να προχωρήσει η κοστολόγησή τους. Γιατί ακόμα όλοι θυμόμαστε το κόστος του περιβόητου Προγράμματος της Θεσσαλονίκης το 2014, αλλά και το τι ακολούθησε.





















