Η ενίσχυση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ) αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό στόχο της κοινωνικής πολιτικής και της αγοράς εργασίας.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιδότησης δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της οικονομικής ενίσχυσης, αλλά και από το κατά πόσο οι διαδικασίες συμμετοχής είναι λειτουργικές και εφαρμόσιμες για τις επιχειρήσεις.
Στην πράξη, το πρόγραμμα επιδότησης ανέργων ΑμεΑ της ΔΥΠΑ συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα σύνθετο διοικητικό πλαίσιο, το οποίο συχνά αποθαρρύνει τους εργοδότες από το να συμμετάσχουν. Παρότι οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας έχουν ως στόχο τη διασφάλιση της νομιμότητας και της ορθής διαχείρισης των δημόσιων πόρων, ο μεγάλος αριθμός δικαιολογητικών, δηλώσεων, δεσμεύσεων και συνεχών ελέγχων δημιουργεί ένα σημαντικό διοικητικό βάρος, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ενα από τα σημαντικότερα προβλήματα αφορά την ηλεκτρονική πλατφόρμα του προγράμματος. Παρότι προβλέπεται η διασύνδεσή της με πληροφοριακά συστήματα όπως το TAXIS και το ΕΡΓΑΝΗ, στην πράξη παρουσιάζονται σοβαρές ελλείψεις και ασυμβατότητες.
Επιχειρήσεις καλούνται να καταχωρίζουν επανειλημμένα στοιχεία που ήδη υπάρχουν σε άλλα δημόσια συστήματα, ενώ δεν λείπουν περιπτώσεις όπου πληροφορίες που έχουν δηλωθεί νόμιμα στο ΕΡΓΑΝΗ δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα της ΔΥΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι καθυστερήσεις, επαναλαμβανόμενες διορθώσεις και σημαντική απώλεια χρόνου, ακόμη και σε ζητήματα για τα οποία δεν υπάρχει σαφής τεχνική υποστήριξη.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καλούνται να ανταποκριθούν σε διαδοχικούς διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος και στην επανυποβολή στοιχείων που έχουν ήδη καταχωρηθεί, ή που μπορούν να αναζητηθούν από τις υπηρεσίες σε άλλες βάσεις δεδομένων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό ζητείται συχνά η υποβολή ή επανυποβολή μεγάλου αριθμού δικαιολογητικών, όπως υπεύθυνες δηλώσεις περί μη ύπαρξης λόγων αποκλεισμού, φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, στοιχεία νόμιμης λειτουργίας της επιχείρησης, άδειες λειτουργίας, στοιχεία μισθοδοσίας και απασχόλησης, αποδεικτικά τήρησης των υποχρεώσεων προσβασιμότητας, καθώς και έγγραφα που τεκμηριώνουν τις εύλογες προσαρμογές ή τις επιλέξιμες δαπάνες για τον εργαζόμενο με αναπηρία.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των ελέγχων είναι δυνατόν να ζητηθούν πρόσθετα λογιστικά, μισθολογικά ή διοικητικά στοιχεία, ακόμη και όταν μεγάλο μέρος των πληροφοριών αυτών υπάρχει ήδη σε άλλες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων του Δημοσίου. Αν και οι έλεγχοι αποτελούν αναγκαίο εργαλείο διαφάνειας, η συχνότητα και η έκτασή τους επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων και αυξάνουν το διοικητικό κόστος συμμετοχής.
Ως αποτέλεσμα, ενώ το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί για να ενισχύσει την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία, στην πράξη η υπερβολική γραφειοκρατία λειτουργεί ως αντικίνητρο συμμετοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετές επιχειρήσεις δεν αποθαρρύνονται από την πρόσληψη ενός εργαζομένου με αναπηρία, αλλά από την πολυπλοκότητα της διαδικασίας επιδότησης. Οταν η συμμετοχή σε ένα πρόγραμμα συνεπάγεται συνεχή συλλογή δικαιολογητικών, επαναλαμβανόμενες δηλώσεις, αβεβαιότητα ως προς τις απαιτήσεις και διαδοχικούς ελέγχους, η επιδότηση παύει να λειτουργεί ως κίνητρο και μετατρέπεται σε διοικητικό βάρος.
Μείωση διοικητικού βάρους
Η αξιοποίηση των υφιστάμενων ψηφιακών δεδομένων του Δημοσίου, η πραγματική διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, ο περιορισμός των επαναλαμβανόμενων δικαιολογητικών και η αναλογικότερη εφαρμογή των ελέγχων θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά το διοικητικό βάρος. Με αυτόν τον τρόπο, περισσότερες επιχειρήσεις θα είχαν πραγματικό κίνητρο να αξιοποιήσουν τα προγράμματα επιδότησης και, κυρίως, να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας για άτομα με αναπηρία.


