Ο πρόεδρος της ΠΟΞ στάθηκε αρχικά στο ασταθές διεθνές περιβάλλον, σημειώνοντας ότι ο τουρισμός επηρεάζεται άμεσα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Όπως ανέφερε, τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται «ένα πάγωμα στις κρατήσεις», εξέλιξη που, όπως είπε, «εύλογα προκαλεί ανησυχία» στον κλάδο. Τόνισε ωστόσο ότι, παρά τη συγκυρία, η ελληνική τουριστική βιομηχανία έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να αντέξει σε περιόδους κρίσεων. «Βιώνουμε ξανά μία ακόμη διεθνή κρίση. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να κρατάμε τη θετική ατζέντα ψηλά και να παραμένουμε αισιόδοξοι, όχι από αφέλεια, αλλά γιατί η Ελλάδα έχει επιδείξει εξαιρετική ανθεκτικότητα», υπογράμμισε. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η αισιοδοξία πρέπει να συνοδεύεται από ρεαλισμό και συγκέντρωση σε όσα μπορεί να επηρεάσει ο ίδιος ο κλάδος. «Σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να εγκλωβιστούμε στη φασαρία γεγονότων που δεν περνούν από το χέρι μας. Οφείλουμε να μείνουμε συγκεντρωμένοι σε αυτά που μπορούμε να επηρεάσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, επισημαίνοντας ότι οι φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις δημιουργούν σημαντικές πιέσεις. Όπως τόνισε, «στην Ελλάδα έχουμε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην τιμή σε όλη τη Μεσόγειο», επισημαίνοντας ότι ο ΦΠΑ στη διαμονή φτάνει το 13%, όταν σε ανταγωνιστικούς προορισμούς, όπως η Πορτογαλία, είναι αισθητά χαμηλότερος.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στο τέλος διαμονής που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει έως και τα 15 ευρώ, καθώς και στο τέλος παρεπιδημούντων 0,75% επί του τζίρου, επιβαρύνσεις που –όπως είπε– δεν συναντώνται σε αντίστοιχο βαθμό σε άλλες τουριστικές αγορές. Ο πρόεδρος της ΠΟΞ σημείωσε επίσης ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των επιβαρύνσεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφουν στους προορισμούς. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος αυτών των επιβαρύνσεων. Είναι ότι δεν επιστρέφουν με την ένταση που απαιτείται στους προορισμούς μέσα από δημόσιες επενδύσεις ή καλύτερες υπηρεσίες», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η συνολική εμπειρία του επισκέπτη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ενίσχυση της μέσης τουριστικής δαπάνης.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Χατζής υπογράμμισε ότι το μέλλον της ελληνικής οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τουρισμό. «Το μέλλον της χώρας είναι σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένο με το μέλλον του τουρισμού», δήλωσε, τονίζοντας ότι η ανταγωνιστικότητα του κλάδου πρέπει να επιστρέψει «με σοβαρότητα στο επίκεντρο της εθνικής στρατηγικής».