«Λένε πως το κόσμημα είναι 50% χρηματική και 50% συναισθηματική αξία. Ποιος μας το έδωσε, πότε, σε ποια περίσταση.
Το κόσμημα έχει μνήμη και κουβαλάει μέσα του τη στιγμή που το αποκτήσαμε, είτε το κληρονομήσαμε, είτε μας το δώρισαν, είτε το αγοράσαμε για να επιβραβεύσουμε τον εαυτό μας, για να στολιστούμε, για να αισθανθούμε όμορφα…». Από το 2023 η Μαρία Σπανού σχεδιάζει, κατασκευάζει και χαρίζει ζωή σε παλαιά κοσμήματα με την ελπίδα να περάσουν ως κειμήλια στις επόμενες γενιές.
Καθημερινά βρίσκεται σε έναν χώρο που έχει δημιουργήσει στο κέντρο της Χαλκίδας, σκυμμένη σε έναν πάγκο εργασίας, φτιάχνοντας με μεράκι μοναδικά κοσμήματα.
«Όταν πρωτοξεκίνησα είχα αποφασίσει να επικεντρωθώ στο χειροποίητο κόσμημα από χρυσό 18 καρατίων με φυσικούς πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους. Η τιμή, ωστόσο του μετάλλου εκτοξεύθηκε…». Κάπως έτσι («τελείως αυθόρμητα») προέκυψε η ανάγκη «να γίνει το εκ φύσεως ακριβό προϊόν, πιο προσιτό». Με ποιον τρόπο; Αναπαλαιώνοντας κοσμήματα τα οποία και «κουβαλούν» τη δική τους ιστορία.
Μια διαδικασία, που όπως λέει στο ΕΤ Magazine «αυτή τη στιγμή αποτελεί τη κινητήριο δύναμη που στηρίζει και μεγαλώνει τη μικρή μου επιχείρηση».
Παλιά, άλλοτε σπασμένα, αφόρετα, παραμελημένα κοσμήματα από χρυσό διαφόρων καρατίων «παίρνουν ζωή» στα χέρια της. Τα κοσμήματα συγκεντρώνονται, λειώνουν, το μέταλλο καθαρίζεται από προσμίξεις και «έχουμε τότε τη δυνατότητα να φτιάξουμε από την αρχή ένα κομμάτι νέο, σύγχρονο, φρέσκο, σε δικό μου σχέδιο, δίνοντάς του μία δεύτερη ευκαιρία. Μέσω της ανακύκλωσης, η συναισθηματική αυτή αξία παραμένει».
Στους πελάτες που φέρνουν τα παλιά τους κοσμήματα για ανακύκλωση συστήνει υπομονή. «Όλα κατασκευάζονται στο χέρι, από εμένα και ένα μικρό δίκτυο εργαστηρίων στην Αθήνα, συνεπώς, ένα κομμάτι μπορεί να πάρει από δύο έως έξι μήνες μέχρι την ολοκλήρωσή του. Αφού λειώσουμε και καθαρίσουμε το μέταλλο, μπορούμε να επιλέξουμε κάποιο από τα υπάρχοντα σχέδια, ή να γίνει από την αρχή ένα σχέδιο αποκλειστικά για τον πελάτη, δίνοντάς του διάφορες επιλογές, κάτι που τον καθιστά μέρος της διαδικασίας και της ιστορίας του τελικού κοσμήματος».
Η ίδια έχει φτιάξει, όπως λέει, πολλά φορτισμένα κομμάτια. «Δαχτυλίδι από τις βέρες των γονιών που δεν υπάρχουν πια, βέρες για ένα νέο ζευγάρι από το κολιέ της μαμάς, κοσμήματα από παλιά κομμάτια που είχαν αγαπηθεί αλλά δεν άρεσαν πια».
Η διαδικασία, εξηγεί υπερβαίνει την απλή πώληση. «Μαθαίνω την ιστορία των κομματιών που φτάνουν σε εμένα και μαζί, την ιστορία των ανθρώπων που τα φέρνουν. Γίνεται συζήτηση και ανταλλαγή ιδεών. Συναντώ πελάτες μου και ακούω να διηγούνται την ιστορία του κοσμήματος που τους έχω φτιάξει και αισθάνομαι μέρος μίας κληρονομιάς».

Στο χώρο της (sofianni) κυριαρχεί μια …μυρωδιά απο το παλιό. Φρεσκογυαλισμένα μωσαϊκά και έπιπλα της δεκαετίας του ’80, από ένα παλιό Χαλκιδαϊκό φαρμακείο συνυπάρχουν με κομμάτια σύγχρονου design. Εκεί φιλοξενούνται και εκθέσεις σχεδιαστών απο την Ελλάδα και το εξωτερικό.
«Γνωστό στο εξωτερικό ως “trunkshow” έχει σκοπό τη γνωριμία του κοινού με το σχεδιαστή, τη βαθύτερη κατανόηση της δουλειάς του, την εισαγωγή στον τρόπο σκέψης του. Ο θεσμός είναι κάτι καινούργιο για τη Χαλκίδα, και η ανταπόκριση διστακτική, ο σπόρος όμως φυτεύεται και πιστεύω πως ανάμεσα σε ένα συγκεκριμένο κοινό που ζητά το διαφορετικό, υπάρχει χώρος εξέλιξης».
Η Μαρία Σπανού σπούδασε στο ΟΠΑ (πρώην ΑΣΟΕΕ), και έπειτα παρακολούθησε μαθήματα στο τμήμα κοσμήματος του Εργαστηρίου Τέχνης Χαλκίδας. Τη σχεδιαστική της ταυτότητα την βρήκε στο Λονδίνο όπου βρέθηκε το 2003 για να σπουδάσει σχέδιο κοσμήματος στη σχολή design «Central Saint Martins». Εκεί «μέσα σε ένα πολύπολιτισμικό περιβάλλον αισθάνθηκα περισσότερο Ελληνίδα από ποτέ, με τη δουλειά μου να αντανακλά ένα καθαρά Ελληνικό στυλ».
Με την επιστροφή της στην Ελλάδα, το 2010 ήρθε σε επαφή με την Δέσποινα Γερουλάνου του Μουσείου Μπενάκη. «Ηταν ένας άνθρωπος με βαθειά αγάπη για την Ελληνική χειροτεχνία και τότε έχτιζε τις ήδη υπάρχουσες και δημιουργούσε νέες σχέσεις με σύγχρονους σχεδιαστές και χειροτέχνες, προωθώντας τη δουλειά τους μέσω των πωλητηρίων του Μουσείου. Σχεδίασα τότε με προτροπή της μία συλλογή σε ασήμι, η οποία πωλείται ακόμα και σήμερα στα πωλητήρια του Μουσείου».


