Η τελετή διεξήχθη με έντονο πολιτικό βάρος και χωρίς την παρουσία των τιμωμένων: οι θέσεις των Αντρέι Πότσμπουτ και Μζία Αμαγκλομπέλι έμειναν κενές στην αίθουσα της ολομέλειας, εικόνα που οι διοργανωτές περιέγραψαν ως «εύγλωττη». Η απονομή έγινε μπροστά σε ευρωβουλευτές, διπλωμάτες και εκπροσώπους διεθνών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ οι ομιλίες επικεντρώθηκαν στη σύνδεση των διώξεων με την άσκηση του δημοσιογραφικού έργου.

Ο Αντρέι Πότσμπουτ, δημοσιογράφος και μέλος της πολωνικής μειονότητας στη Λευκορωσία, συνελήφθη το 2021. Η δίκη του καταγγέλθηκε διεθνώς ως πολιτικά κατευθυνόμενη και το 2023 καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια κάθειρξη σε σωφρονιστικό κατάστημα. Οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν περιλαμβάνουν «υποκίνηση κοινωνικού μίσους» και «ενέργειες εις βάρος της κρατικής ασφάλειας». Ευρωπαϊκοί θεσμοί, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογραφικές ενώσεις υποστηρίζουν ότι οι κατηγορίες συνδέονται άμεσα με τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα και την κριτική του προς το καθεστώς Λουκασένκο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αναδείξει επανειλημμένα την υπόθεσή του ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ποινικοποίησης της ελευθερίας του Τύπου.
Η Μζία Αμαγκλομπέλι δραστηριοποιείται επί χρόνια στον χώρο των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης στη Γεωργία. Συνελήφθη το 2025, σε μια περίοδο αυξανόμενης πίεσης προς δημοσιογράφους και επικριτικές φωνές, στο πλαίσιο κινητοποιήσεων και ευρύτερης πολιτικής έντασης. Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών με κατηγορίες που αφορούν «αντίσταση σε αστυνομικές αρχές» και «διατάραξη της δημόσιας τάξης». Διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου και παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η δίωξή της εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο περιορισμού της ανεξάρτητης ενημέρωσης και εργαλειοποίησης της δικαιοσύνης ώστε να αποθαρρυνθεί η δημοσιογραφική έρευνα. Κατά την τελετή, τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επανέλαβαν ότι η κράτηση δημοσιογράφων για το περιεχόμενο της δουλειάς τους δεν θεωρείται εσωτερική υπόθεση κρατών αλλά θέμα που αφορά τις θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διοργανωτές του βραβείου χαρακτήρισαν την διάκριση ως θεσμική καταγραφή και εργαλείο πολιτικής πίεσης, και ζήτησαν τη συνέχιση της παρακολούθησης των υποθέσεων από διεθνείς μηχανισμούς.
Όπως ανέφερε η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα το βραβείο δόθηκε ως αναγνώριση του γενναίου αγώνα των δύο δημοσιογράφων για την ελευθερία της έκφρασης και το δημοκρατικό μέλλον της Λευκορωσίας και της Γεωργίας.
Το Κοινοβούλιο ζήτησε την άμεση απελευθέρωσή των δύο δημοσιογράφων.
Το Βραβείο Ζαχάρωφ απονέμεται από το 1988 και συνιστά την ύψιστη διάκριση ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.