Η έρευνα ξεκίνησε μετά τον θάνατο του οκτάχρονου Μοχάμεντ Αμίν, ο οποίος διαγνώστηκε θετικός στον ιό και κατέληξε μέσα σε φρικτούς πόνους. Λίγο αργότερα, η 10χρονη αδελφή του, Άσμα, βρέθηκε επίσης θετική. Η οικογένειά τους, όπως και εκατοντάδες άλλες, δείχνει ως μοναδική πηγή μόλυνσης το κρατικό νοσοκομείο THQ Taunsa, όπου τα παιδιά υποβάλλονταν σε ρουτίνα ιατρικής περίθαλψης.
Ο Δρ Γουλ Καϊσράνι, γιατρός σε μια τοπική ιδιωτική κλινική, ήταν ο πρώτος που εντόπισε την επιδημία στα τέλη του 2024, αφού παρατήρησε αύξηση στον αριθμό των παιδιών που επισκέπτονταν την κλινική του και βρέθηκαν θετικά στον ιό HIV. Σχεδόν όλα τα 65 έως 70 παιδιά που διέγνωσε είχαν υποβληθεί σε θεραπεία στο THQ Taunsa, λέει.
Το BBC συνέθεσε δεδομένα από το πρόγραμμα ελέγχου για το AIDS της επαρχίας Πουντζάμπ, ιδιωτικές κλινικές και ένα σύνολο δεδομένων που διέρρευσε από την αστυνομία και κατάφερε να ταυτοποιήσει 331 παιδιά οροθετικά στον ιό HIV στην περιοχή, μεταξύ Νοεμβρίου 2024 και Οκτωβρίου 2025. Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι, από δείγμα 97 παιδιών, οι μητέρες τους ήταν στην πλειονότητά τους αρνητικές, γεγονός που αποκλείει τη μετάδοση κατά τη γέννα και ενοχοποιεί τις ιατρικές πρακτικές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του περιφερειακού προγράμματος ελέγχου για το AIDS, ως τρόπος μετάδοσης αναφέρεται η «μολυσμένη βελόνα» σε περισσότερες από τις μισές από αυτές τις 331 περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης της Άσμα – για τις υπόλοιπες, ο τρόπος μετάδοσης δεν αναφέρεται.
Παρά τις υποσχέσεις των τοπικών αρχών για «μαζική καταστολή» και την απομάκρυνση του διευθυντή του νοσοκομείου τον Μάρτιο του 2025, η κάμερα του BBC κατέγραψε ότι η φρίκη συνεχίζεται. Σε 32 ώρες κρυφής βιντεοσκόπησης στα τέλη του 2025, οι δημοσιογράφοι παρατήρησαν:
- 10 περιπτώσεις επαναχρησιμοποίησης συρίγγων σε φιαλίδια πολλαπλών δόσεων.
- 4 περιπτώσεις όπου φάρμακο από το ίδιο φιαλίδιο χορηγήθηκε σε διαφορετικά παιδιά.
- 66 περιπτώσεις όπου το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου ενός γιατρού, έκανε ενέσεις χωρίς τη χρήση αποστειρωμένων γαντιών.
- Νοσοκόμες να αναζητούν υλικά μέσα σε κάδους ιατρικών αποβλήτων με γυμνά χέρια.
«Ακόμα και με καινούργια βελόνα, αν το σώμα της σύριγγας έχει χρησιμοποιηθεί, ο ιός θα μεταδοθεί», προειδοποιεί ο Δρ Άλταφ Αχμέτ, κορυφαίος μικροβιολόγος του Πακιστάν, σχολιάζοντας το υλικό της έρευνας.
Στα περισσότερα παιδιά οι ενέσεις γίνονταν μέσω καθετήρα – ενός σωληνίσκου που εισάγεται σε φλέβα – κάτι που αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο μόλυνσης. Καθώς εισέρχεται απευθείας στην κυκλοφορία του αίματος, το μολυσμένο φάρμακο μπορεί να παρακάμψει τις φυσικές άμυνες του οργανισμού.
Όταν οι ερευνητές του BBC παρουσίασαν το υλικό στον ιατρικό διευθυντή, Δρ Κασίμ Μπουζντάρ, εκείνος αρνήθηκε την αυθεντικότητά του, ισχυριζόμενος ότι το βίντεο θα μπορούσε να είναι «σκηνοθετημένο». Παρά τις διαβεβαιώσεις του για πολιτική «μηδενικής ανοχής», τα τεκμήρια αποδεικνύουν ότι οι δολοφονικές πρακτικές παραμένουν καθημερινότητα.
Ανάλογη στάση τήρησε και ο πρώην διευθυντής, ο οποίος, αν και είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, αποκαλύφθηκε ότι εργάζεται κανονικά σε άλλη υγειονομική μονάδα της περιοχής, συνεχίζοντας να περιθάλπει παιδιά.
Η έρευνα εμβαθύνει και στα αίτια αυτής της υγειονομικής βόμβας. Το Πακιστάν εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως σε θεραπευτικές ενέσεις, πολλές από τις οποίες είναι ιατρικά περιττές. Η ζήτηση από το κοινό, σε συνδυασμό με τις τραγικές ελλείψεις σε αποστειρωμένα υλικά και την κακή εκπαίδευση του προσωπικού, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα.
Σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Unicef που διέρρευσε στο BBC, οι συνθήκες στα παιδιατρικά τμήματα επειγόντων περιστατικών ήταν «ιδιαίτερα ανησυχητικές», με επαναχρησιμοποίηση ενδοφλέβιων υγρών και παντελή έλλειψη υγιεινής.
Για παιδιά όπως η Άσμα, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη. Πέρα από τη χρόνια ασθένεια, τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και το στίγμα. Η Άσμα, που έχασε τον αδελφό της από την ίδια αμέλεια, δηλώνει στο BBC ότι θέλει να γίνει γιατρός όταν μεγαλώσει.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το νοσοκομείο THQ Taunsa δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Παρόμοιες επιδημίες έχουν καταγραφεί στο Ratodero το 2019 (με πάνω από 1.500 παιδιά θετικά) και πρόσφατα στο Καράτσι, αποδεικνύοντας ότι το σύστημα υγείας της χώρας βρίσκεται σε μια διαρκή, θανατηφόρα κρίση που τρέφεται από την αδιαφορία και τη διαφθορά.
Το 2019, εκατοντάδες παιδιά στην πόλη Ratodero, στην επαρχία Σιντ, βρέθηκαν θετικά στον ιό HIV, ενώ οι γονείς των περισσότερων από αυτά είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Ο τοπικός παιδίατρος Δρ Ιμράν Αρμπάνι δήλωσε στο BBC ότι διαπίστωσε επαναλαμβανόμενες επισκέψεις σε κλινικές και πολλαπλές ενέσεις στα ιατρικά ιστορικά τους, «οπότε πρέπει να μεταδόθηκε σε ένα ή περισσότερα από αυτά τα ιατρικά περιβάλλοντα». Μέχρι το 2021, ο αριθμός των τοπικών παιδιών που ήταν θετικά στον ιό HIV είχε αυξηθεί σε 1.500 – και ακόμη και τώρα, εξακολουθούν να εμφανίζονται νέες μολύνσεις.

